Ιστορίες

 

Νουρ, 20 ετών

27/7/2017

 

Το ονόμά μου είναι Noor και είμαι 20 ετών. Κατάγομαι από την πόλη Deir Ez-Zor στη Συρία. Ο πόλεμος οδήγησε εμένα και την οικογένειά μου μακριά από την πατρίδα μας, πριν από τέσσερα χρόνια. 

Αποφοίτησα από το γυμνάσιο, αλλά ο πόλεμος και η προσφυγιά μου στέρησαν την  ευκαιρία να πάω στο Πανεπιστήμιο. Αυτό είναι που σχεδιάζω να κάνω τώρα στην Ολλανδία, όπου θα μετεγκατασταθώ. Θα υποβάλω αίτηση για την Ιατρική Σχολή.

Από τότε που ήμουν μικρό κορίτσι ήθελα να σπουδάσω Ιατρική, θυμάμαι να ονειρεύομαι να φοράω τη λευκή ρόμπα. Έμπνευσή μου είναι οι δύο γιατροί θείοι μου, θέλω να ακολουθήσω τα βήματά τους. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα τί γιατρός θα ήθελα να γίνω, αλλά έχω ακόμα χρόνο να αποφασίσω.

Μου αρέσει η ζωή μου στην Ευρώπη, παρά τις κακουχίες. Οι άνθρωποι είναι απλοί, όπως και στη Συρία και είναι ένα πολύ ασφαλές μέρος. Θεωρώ ότι θα προσαρμοστώ εύκολα στην Ολλανδία, όπως έχω προσαρμοστεί κι εδώ στην Ελλάδα.

Όσο και ανυπομονώ να φτάσω στην Ολλανδία για μια νέα αρχή, σίγουρα θα επιστρέψω στην Ελλάδα κάποια μέρα, ελπίζω για διακοπές, καθώς έχω δει τόσα πολλά όμορφα μέρη εδώ που θα ήθελα να εξερευνήσω.

 

 

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στην Ολλανδία: Η οικογένεια του Αμπνταλσαλάμ

 

25/7/2017

 

Όταν ο πόλεμος έφτασε στην πόλη μας, την Deir Ez-Zor, αρχίσαμε να πηγαίνουμε από μέρος σε μέρος στη Συρία, έως ότου αναγκαστήκαμε να φύγουμε, διότι ήταν πολύ επικίνδυνα. Εγκαταλείψαμε την πατρίδα μας για την Τουρκία, όπου μείναμε 3 χρόνια σε ένα κέντρο προσφύγων στα σύνορα με τη Συρία. Εκεί ήμασταν κοντά στον πόλεμο ξανά, βλέπαμε τους βομβαρδισμούς και τους ακούγαμε στην άλλη πλευρά των συνόρων. Για εμάς τίποτα δεν έχει βελτιωθεί και για 3 χρόνια μοιραζόμασταν μια μικρή σκηνή με έξι άτομα. Ήταν μια δοκιμασία.

Οι συνθήκες διαβίωσης στο κέντρο προσφύγων και το γεγονός ότι τα παιδιά μας δεν είχαν την ευκαιρία συνεχίσουν  την εκπαίδευσή τους στην Τουρκία, με ανάγκασαν να φύγουμε μαζί με τη γυναίκα μου για την Ευρώπη. Περάσαμε στην Ελλάδα με βάρκα, κοντέψαμε να πεθάνουμε, αλλά καταφέραμε να φτάσουμε στο νησί της Λέσβου.  Ήταν Φεβρουάριος του 2016.

Οι Έλληνες μας βοήθησαν πραγματικά σε αυτές τις δύσκολες στιγμές που περάσαμε, αυτό θα το θυμόμαστε. Το χειρότερο, κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στην Ελλάδα ήταν ο χρόνος που περάσαμε στα βόρεια σύνορα, στο αυτοσχέδιο στρατόπεδο της Ειδομένης. Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός, κοιμόμασταν στο έδαφος, οι τουαλέτες ήταν χάλια και μπορούσαμε να μαγειρεύουμε μόνο σε φωτιά, στο ύπαιθρο. Μετά από επτά μήνες μας μετέφεραν στο κέντρο προσφύγων στο Κουτσόχερο, κοντά στη Λάρισα στην κεντρική Ελλάδα και εκεί βελτιώθηκε η ζωή μας. Εγκαταλείψαμε το Κουτσόχερο μόλις χθες το βράδυ και φτάσαμε εδώ απευθείας. Αύριο θα πετάξουμε για Ολλανδία.

Έχουμε φίλους και οικογένεια στην Ολλανδία, οπότε είμαστε ευτυχισμένοι που θα μεταφερθούμε εκεί. Τα αδέλφια της συζύγου μου μετεγκατασταθηκαν εκεί πριν από περίπου 2,5 μήνες στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος της ΕΕ και ανυπομονούμε να τα συναντήσουμε ξανά. Η οικογένειά μας λέει ότι οι άνθρωποι στην Ολλανδία είναι ευγενικοί μαζί τους, τους αντιμετωπίζουν δίκαια και είναι χαρούμενοι.

Ήμουν γεωργός στη Συρία και ελπίζω ότι θα μπορέσω να βρω κάτι παρόμοιο στην Ολλανδία, γνωρίζω ότι έχει έναν πολύ ισχυρό αγροτικό τομέα η χώρα. Η σύζυγός μου είναι δασκάλα και έχουμε τέσσερα παιδιά μαζί: η Νουρ είναι 20 ετών και επιθυμεί να πάει στο  πανεπιστήμιο. Ο Αμάρ, το αγόρι μου, είναι 18 ετών και τα δίδυμα, ο Μπασάρ και ο Μάναρ, είναι 13 ετών.

Το κυριότερο για μας τελικά, είναι να έχουμε μια αίσθηση σταθερότητας. Είμαστε συναισθηματικά σημαδεμένοι από τον πόλεμο, ο παραμικρός θόρυβος μας κάνει να πηδάμε από τα καθίσματά μας. Για τη μικρή μας κόρη είναι ακόμη χειρότερο, αφού πάσχει από σοβαρό ψυχολογικό τραύμα και χρειάζεται βοήθεια. Επιπλέον, επιθυμούμε να μπορέσουν τα παιδιά μας να επιστρέψουν τελικά στο σχολείο και εμείς ελπίζουμε να βρούμε μια δουλειά για να μπορέσουμε να τα στηρίξουμε. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει κάποια σταθερότητα στη ζωή. Χωρίς αυτό, πώς μπορεί κάποιος να σχεδιάσει το μέλλον και να θέσει στόχους;

 

 

 

Η Αμπίρ, 7 μήνες μετά

7/7/2017

 

Εδώ και 7 μήνες, η Αμπίρ και η οικογένειά της μετεγκαταστάθηκαν στη Γερμανία, Λίγες ώρες πριν αναχωρήσει με προορισμό μια καινούργια αρχή, μας περιέγραψε το ταξίδι της μέχρι εκείνη τη μέρα και τα σχέδιά της για το μέλλον. Μια ευφυής νεαρή γυναίκα, πτυχιούχος βιολόγος, μητέρα και σύζυγος, η Αμπίρ είχε ήδη αρχίσει να εργάζεται ως μεταφράστρια για το περιοδικό Time ενώ ακόμα ζούσε στην Ελλάδα. Παράλληλα έψαχνε τρόπους να συνεχίσει την εκπαίδευσή της. Φαινόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην αναζήτησή της για ένα καλύτερο μέλλον.

Επτά μήνες αργότερα, η Αμπίρ βρέθηκε και πάλι στο γραφείο του ΔΟΜ Ελλάδας, αυτή τη φορά με επαγγελματική ιδιότητα, ως μέλος ενός συνεργείου του Time. Λοιπόν, Αμπίρ, τι γίνεται εδώ και 7 μήνες στη Γερμανία;

«Η Γερμανία είναι τόσο διαφορετική από αυτό που περιμέναμε. Τους πρώτους έξι μήνες ζούσαμε σε κέντρο διαμονής αλλά ευτυχώς τώρα μένουμε σε ένα διαμέρισμα, σε ένα χωριό κοντά στην Πολωνία. Η κόρη μου θα ξεκινήσει σχολείο στο τέλος του καλοκαιριού, γεγονός που με χαροποιεί πολύ. Ο σύζυγός μου, που είχε διαγνωστεί με σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα όσο ζούσαμε στην Ελλάδα, θα κάνει τελικά την επέμβαση σε λίγες μέρες, μόλις γυρίσω στη Γερμανία. Στο μεταξύ, έχει επιστρέψει στα θρανία, μαθαίνει τη γλώσσα. Όσο για μένα, πήρα μια υποτροφία από το πανεπιστήμιο εδώ στην Αθήνα για ένα μάστερ πάνω στην εκπαίδευση των προσφύγων. Το μάθημα γίνεται εξ αποστάσεως, μέσω ίντερνετ, στα αγγλικά και κοντεύω να το ολοκληρώσω. Και υπάρχει και το Time, ήρθα στην Ελλάδα πάλι για να δουλέψω μαζί τους. Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν «έλα στην Αθήνα να δουλέψουμε» και αφού είχα πάρει ήδη γερμανικό διαβατήριο, δέχτηκα μετά χαράς.

Περίμενα ότι η Γερμανία θα ήταν τέλεια, αλλά η ζωή μπορεί και εκεί να είναι δύσκολη, τελικά. Όλα είναι διαφορετικά σε σχέση με την Ελλάδα. Έζησα έναν χρόνο στην Ελλάδα και μερικές φορές μου φαίνεται τόσο δύσκολο που πρέπει και πάλι να προσαρμοστώ σε μια καινούργια χώρα και πραγματικότητα. Στην αρχή, στεναχωριόμουν πολύ. Όμως, έβαλα τα θεμέλια για μια νέα αρχή στην Γερμανία και παρά τις δυσκολίες, θα τα καταφέρω. Η γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη, θα ξεκινήσω μαθήματα μόλις πάρω το μάστερ. Ελπίζω ότι με αυτό το πτυχίο θα καταφέρω να βρω μια καλή δουλειά στη Γερμανία, η αλήθεια είναι ότι θέλω να αρχίσω να δουλεύω το συντομότερο δυνατό και να μαθαίνω τη γλώσσα παράλληλα. Μιλάω αγγλικά οπότε πιστεύω ότι μπορώ να ξεκινήσω να δουλεύω άμεσα. Τα κορίτσια από το Time με ενθαρρύνουν να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία, λένε ότι θα ήμουν καλή.

Τώρα που ήρθα πάλι στην Ελλάδα, μυρίζει λίγο όπως η Συρία. Η Ελλάδα μοιάζει με τη Συρία, όπως και οι Έλληνες μοιάζουν με μας, τους Σύριους. Είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενη που είμαι και πάλι εδώ, αφού δεν μπορώ να γυρίσω στην πατρίδα μου. Εδώ, νιώθω λίγο ότι είμαι στην πατρίδα».

«Η Αμπίρ είναι τα πάντα για μας!» λέει η Φραντσέσκα Τριάνι του περιοδικού Time, που εργάζεται με την Αμπίρ εδώ και έναν χρόνο. «Ακολουθούμε την ιστορία μωρών και οικογενειών από τη Συρία καθώς προσπαθούν να στήσουν τη ζωή τους στην Ευρώπη. Γνωρίσαμε την Αμπίρ όσο δουλεύαμε στα κέντρα διαμονής στη Θεσσαλονίκη, όταν και χρειαζόμασταν απεγνωσμένα έναν έξυπνο μεταφραστή που θα μας βοηθούσε να πραγματοποιήσουμε το ρεπορτάζ. Χωρίς την Αμπίρ, να μας φέρνει σε επαφή με τις οικογένειες, θα ήταν αδύνατον να δουλέψουμε. Μας βοήθησε σε πολύ δύσκολες στιγμές, δουλεύαμε με γυναίκες που πήγαιναν να γεννήσουν, με οικογένειες την ώρα που μάθαιναν πού θα μετεγκατασταθούν, πρόκειται για πολύ έντονες στιγμές. Χρειαζόμαστε ικανούς συνεργάτες που μπορούν να μας βοηθήσουν να συνδεθούμε με τους ανθρώπους και αυτό ακριβώς έκανε η Αμπίρ για μας.

Δεν διστάσαμε να την καλέσουμε να έρθει στην Ελλάδα να δουλέψουμε μαζί, παρόλο που είχε ήδη μετεγκατασταθεί στη Γερμανία. Είναι τεράστια η σημασία ενός καλού μεταφραστή στο επάγγελμά μας. Έτσι, την βάλαμε σε ένα αεροπλάνο για την Ελλάδα και θα δουλέψουμε για μια βδομάδα. Δεν χωράει αμφιβολία ότι αν θέλει, μπορεί να γίνει εξαιρετική δημοσιογράφος, επίσης».

 

 

Σοφία, σχολική συνοδός

 

 

4/7/2017

 

Με λένε Σοφία Αρισβίλι και είμαι 32 χρονών. Ήρθα στην Ελλάδα το 2007 απλώς για την δω και τελικά έμεινα. Παντρεύτηκα έναν συμπατριώτη μου, έκανα παιδιά. Την αγάπησα την Ελλάδα.

Όταν έμαθα για την προκήρυξη των θέσεων των σχολικών συνοδών, έκανα κατευθείαν αίτηση γιατί ήξερα ότι θα δουλεύω με παιδιά. Δεν με πτόησε το γεγονός ότι θα υπήρχαν δυσκολίες στην επικοινωνία -αφού δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα- γιατί πιστεύω ότι η αγάπη δεν έχει γλώσσα. Υπήρχαν οπωσδήποτε κάποιες δυσκολίες στην αρχή, τα παιδιά δεν ήξεραν ελληνικά, προσπαθούσα να τα καταλάβω, προσπαθούσαν να με καταλάβουν, κάναμε νοήματα, χειρονομίες. Αλλά σιγά-σιγά έμαθαν, έμαθα κι εγώ λίγο τη γλώσσα τους, μερικές λεξούλες δηλαδή, και σταδιακά έγινε πιο εύκολο. Δεν υπήρξαν μεγάλες δυσκολίες, θεωρώ. Αυτή τη δουλειά την κάνεις μόνο αν το θες και αν αγαπάς τα παιδιά.

Δεν έχει σημασία από πού είναι το κάθε παιδί. Το γεγονός ότι είμαι μετανάστρια κι εγώ σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του στον τρόπο που συνδέθηκα με αυτά τα παιδιά, ωστόσο ο κυριότερος λόγος είναι ότι εδώ και τρία χρόνια, τα δικά μου παιδιά δεν ζουν μαζί μου, αλλά βρίσκονται στην Γεωργία. Τα παιδιά του δημοτικού είναι στην ηλικία των κοριτσιών μου, έχω δύο κοριτσάκια. Η παρουσία αυτών των παιδιών με βοηθούσε πάρα πολύ.

Πήρα πολλή αγάπη και από τους γονείς των παιδιών. Στον Ελαιώνα, από όπου ξεκίνησα, είχα παιδιά 15-16 χρονών. Κάθε μέρα πήγαινα στα σπιτάκια όπου μένουν και τα έπαιρνα για το σχολείο. Άνοιγαν οι γονείς την πόρτα και πάντα με καλούσαν μέσα να με κεράσουν ένα τσάι, έναν καφέ. Πολλές φορές με καλούσαν τα απογεύματα να πάμε κάπου να φάμε οικογενειακά. Δεν πρόλαβα να πάω αλλά και μόνο η πρόταση ήταν πολύ ωραία.

Ήταν δύσκολο όταν έφυγα από τον Ελαιώνα και πήγα στο Σχιστό. Η αλλαγή ήταν δύσκολη και για τα παιδιά. Με έβλεπαν καμιά φορά στο δρόμο ή πήγαινα από τον Ελαιώνα και χαίρονταν. «Μαμά Σοφία» με φώναζαν. Φανταστείτε, να έχεις ένα παλικάρι 15 χρονών να σε φωνάζει «μαμά». Στον Ελαιώνα, απόκτησα 18 παιδιά που με έλεγαν «μαμά». Αυτό δείχνει ότι τα παιδιά μας εμπιστεύτηκαν. Πολλές φορές έδειχνα στις κόρες μου στο Skype τα παιδιά αλλά και τα παιδιά με ρωτούσαν τι κάνουν οι κόρες μου, είχαν μάθει τα ονόματά τους και τους έστελναν χαιρετίσματα.

Στο Σχιστό, τη μέρα που τελείωσαν τα σχολεία, με είχαν αγκαλιάσει 5-6 κοριτσάκια κι έκλαιγαν με λυγμούς ενώ ένα αγοράκι περίμενε τη σειρά να το αγκαλιάσω. Προσπαθούσα να συγκρατήσω κι εγώ τα δάκριά μου. Έφευγαν, έρχονταν πάλι τρέχοντας, ήταν πολύ συγκινητικό. Αν βλέπατε πώς με τραβούσαν, τι έκαναν, μέχρι και το σαντουϊτσάκι που έτρωγαν ήθελαν να μου δώσουν. Με παρακαλούσαν να μείνω στο Σχιστό, μου είχαν βρει και σπίτι για να μείνω εκεί ώστε να με βλέπουν! Μου έλεγαν, «θα μας λείψεις, σε παρακαλούμε να έρχεσαι να μας βλέπεις». Δεν θα ξεχάσω ένα κοριτσάκι που δεν με άφηνε ποτέ να το πλησιάσω ή να το φιλήσω. Τις τελευταίες φορές, άρχισε να με πλησιάζει μόνη της και να με παίρνει από το χέρι. Την ημέρα που έκλεισαν τα σχολεία, με γέμισε φιλιά.

Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους συναδέλφους. Απέκτησα πολλούς καλούς και νέους φίλους. Απέκτησα εμπειρία, έμαθα πολλά. Έμαθα ότι αυτό που θες, αν ζορίζεσαι λίγο παραπάνω, το καταφέρνεις. Κι εμείς το καταφέραμε.

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

Στο πλαίσιο του προγράμματος για την εκπαίδευση των παιδιών προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα, και με την υποστήριξη της Πολιτικής Προστασίας και Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ΔΟΜ διασφάλισε τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

 

 

 

 

AVRR Κένυα: Άλφρεντ και Ιμακουλάτα

 

22/6/2017

 

Ο Άλφρεντ και η Ιμακουλάτα, ένα ζευγάρι από την Κένυα, εδώ και κάποια χρόνια κατοικούν στην Ελλάδα. Η οικονομική κρίση που έχει χτυπήσει τη χώρα από το 2009 και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας σημαίνουν ότι η εύρεση εργασίας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη τόσο για τους οικονομικούς μετανάστες όσο και για τους ντόπιους. Μετά τη γέννηση του μωρού τους, μόλις λίγους μήνες πριν, το ζευγάρι αποφάσισε να κάνει αίτηση για το πρόγραμμα Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (AVRR) που υλοποιεί ο ΔΟΜ Ελλάδας.

«Η αδερφή μου ζούσε στην Ελλάδα για χρόνια, είναι καλόγρια, και από εκείνη έμαθα πολλά πράγματα για τη χώρα και έτσι αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Αθήνα, περίπου πριν από πέντε χρόνια. Ο Άλφρεντ ήρθε να με βρει ένα-δύο χρόνια αργότερα» λέει η Ιμακουλάτα. «Ζούσα στο Ναϊρόμπι με τον μεγαλύτερο γιο μου και εργαζόμουν σε ένα κέντρο αισθητικής. Ήρθα στην Ελλάδα ελπίζοντας να βρω δουλειά για να βοηθάω την οικογένειά μου στην Κένυα. Νόμιζα ότι εδώ θα ήταν διαφορετικά από την Αφρική, μια αλλαγή προς το καλύτερο. Έτσι, άφησα τον γιο μου στην μητέρα μου και μετακόμισα εδώ. Στην αρχή, ήταν πολύ δύσκολο να βρω δουλειά. Έψαχνα πάνω από έναν χρόνο και τελικά βρήκα δουλειά ως εσωτερική νταντά».

«Στο Ναϊρόμπι ήμουν οδηγός σε μια εταιρία μεταφορών. Όταν έφτασα στην Ελλάδα, βρήκα δουλειά στη Μύκονο, σε ένα ξενοδοχείο. Υποδεχόμουν τους επισκέπτες, τους πήγαινα στο αεροδρόμιο και καμιά φορά τους ξεναγούσα» λέει ο Άλφρεντ. «Όμως, τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πολύ στην Ελλάδα. Έχουμε πάρα πολλά έξοδα αλλά δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά, μια σταθερότητα την οποία έχουμε ανάγκη. Δυσκολευόμαστε ακόμα και με τα βασικά. Και τώρα που ήρθε και το μωρό, οι ανάγκες μας πολλαπλασιάστηκαν».

«Δεν είναι εύκολο με το μωρό, δεν μπορώ να μένω μαζί του επειδή δουλεύω εσωτερική. Αλλά πώς μπορώ να αφήσω το μωρό μου και να πάω να ζήσω με άλλη οικογένεια; Είναι τόσο μικρός, με χρειάζεται, θα ήταν σαν να τον τιμωρώ. Πρέπει να τον θηλάζω, αρρωσταίνει. Δεν έχω δικούς μου ανθρώπους εδώ να με βοηθάνε και ούτε αντέχω οικονομικά μια babysitter», εξηγεί η Ιμακουλάτα.

«Έτσι αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Κένυα», συνεχίζει ο Άλφρεντ. «Μάθαμε για το πρόγραμμα από κάποιους γνωστούς μας και το ψάξαμε στο Google.  Και φτάσαμε στο σήμερα, να περιμένουμε τη μέρα που θα πάρουμε το αεροπλάνο να γυρίσουμε πίσω στην πατρίδα μας».

«Ξέρετε, ο μεγάλος μου γιος στην Κένυα με χρειάζεται κι αυτός. Η μητέρα μου τον φροντίζει αλλά νιώθει μόνος, μου λέει συχνά ‘δεν είμαι χαρούμενος, έλα πίσω’. Είναι 17 χρονών πια», λέει η Ιμακουλάτα. «Όμως, άλλοι συγγενείς μου δεν μπορούν να πιστέψουν ότι θέλουμε να γυρίσουμε, μου λένε ‘όχι, να μείνετε εκεί, μην έρθετε πίσω στην Κένυα’. Όμως, όταν κανείς ζει στην Αφρική, ακόμα και αν τους εξηγήσεις ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι καλή, δεν καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να συλλάβει πόσο δύσκολο είναι, δεν έχει εμπειρία από πρώτο χέρι ώστε να κάνει τις συγκρίσεις του. Εξάλλου, και Έλληνες φίλοι μας επίσης υποφέρουν με την οικονομική κρίση και σκέφτονται να μεταναστεύσουν στην Αμερική».

«Ο ΔΟΜ θα μας βοηθήσει στο νέο μας ξεκίνημα στην Κένυα. Ελπίζω να καταφέρω να αγοράσω ένα μεταχειρισμένο φορτηγάκι και να φτιάξω τη δική μου εταιρία μεταφορών. Έτσι, θα είμαι ανεξάρτητος και θα μπορώ να βοηθώ την Ιμακουλάτα και τα αγόρια. Εξάλλου, είναι ωραία να είσαι στην πατρίδα σου», λέει ο Άλφρεντ, χαμογελώντας.

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Γερμανία:

O Μοχάμεντ και η οικογένειά του

 

20/6/2017

 

Με λένε Μοχάμεντ και είμαι 29 χρονών. Ξεκίνησα από το Χαλέπι, μαζί με την οικογένειά μου και τα αδέρφια της συζύγου μου πριν από 1,5 χρόνο, με στόχο να φτάσουμε στην Ευρώπη, σε ασφαλείς συνθήκες. Ήταν ένα μεγάλο κι επικίνδυνο ταξίδι, όπου πολλές φορές φοβηθήκαμε ότι θα χάσουμε τη ζωή μας, ειδικά όταν διασχίσαμε τη θάλασσα ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα. Αρχικά, περάσαμε στην Τουρκία, όπου περάσαμε δύο μήνες και από εκεί, βρεθήκαμε στη Χίο και πολύ σύντομα στην Αθήνα, όπου κατοικούμε σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο.

Πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος στην Συρία ήμουν επαγγελματίας εικονολήπτης, βιντεοσκοπούσα γάμους, δεξιώσεις κλπ. Η σύζυγός μου, η Ναχέντ δεν εργαζόταν, είχε αναλάβει τα παιδιά μας που είναι πολύ μικρά, ενώ τα αδέρφια της, ο Μοχάμεντ και η Αμάνι πήγαιναν ακόμα σχολείο.

Μάθαμε ότι θα μετεγκατασταθούμε στην Γερμανία, γεγονός που έκανε πολύ χαρούμενους, αφού εξαρχής θέλαμε να πάμε εκεί, καθώς ο αδερφός μου ζει στο Βερολίνο.

Όταν φτάσουμε, θέλουμε καταρχάς να δούμε πώς είναι οι συνθήκες εκεί και βασική προτεραιότητα είναι να βάλουμε τα παιδιά μας στο σχολείο. Εμείς πρέπει οπωσδήποτε να μάθουμε γερμανικά και να βρούμε δουλειά. Όσο για τους μικρότερους, ο 17χρονος Μοχάμεντ θέλει να συνεχίσει το σχολείο και να σπουδάσει ιατρική ενώ η 19χρονη Αμάνι θέλει να σπουδάσει νομική, να γίνει δικηγόρος.

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Σουηδία: Η οικογένεια του Γιάμαν

 

14/6/2017

 

Ο Γιαμάν και η Φάτμα είναι ένα νεαρό ζευγάρι από την Συρία. Μαζί με τα παιδιά τους, Αμπνταλραχμάν και Ομάρ, είναι μεταξύ της πρώτης ομάδας προσφύγων που μετεγκαταστάθηκαν στη Σουηδία.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που πηγαίνουμε στη Σουηδία. Ήθελα πολύ να μας στείλουν εκεί, είναι μια καλή χώρα και ένας ασφαλής τόπος για τα παιδιά μας αλλά και για μας. Επιπλέον, ο αδερφός μου βρίσκεται ήδη εκεί εδώ και λίγα χρόνια οπότε θα ξανασυναντηθούμε. Πριν από τον πόλεμο, σπούδαζα πληροφορική στο πανεπιστήμιο στη Συρία. Ήθελα να συνεχίσω με τις σπουδές μου, να προχωρήσω παραπάνω όμως ξέσπασε ο πόλεμος κι έτσι αναγκάστηκα να σταματήσω. Ήταν πολύ δύσκολα, οι άντρες επιστρατεύονταν στον κυβερνητικό στρατό και αν έμενα εκεί, θα αναγκαζόμουν να σκοτώσω, ενώ δεν θέλω να βλάψω κανέναν.

Έφυγα από τη Συρία πριν από πέντε χρόνια, μόνος μου. Αρχικά, έμεινα στην Τουρκία για τέσσερις μήνες και μετά πήγα στην Αίγυπτο. Τελικά επέστρεψα στην Τουρκία πριν από 2,5 χρόνια. Εκείνη την περίοδο ήρθε να με βρει η Φάτμα, που τότε ήμασταν αρραβωνιασμένοι. Το πρώτο μας παιδί γεννήθηκε στην Τουρκία και όταν η Φάτμα ήταν έγκυος στο δεύτερο, φύγαμε για την Ελλάδα. Όπως τόσοι άλλοι, διασχίσαμε τη θάλασσα σε μια πλαστική βάρκα. Ήταν μια τρομακτική περιπέτεια. Περίπου 30 λεπτά αφού ξεκινήσαμε, η βάρκα σταμάτησε, ήταν 4 το πρωί. Παρασυρόμαστε από τα ρεύματα επί ώρες. Καλέσαμε τον αριθμό εκτάκτου ανάγκης και το ελληνικό λιμενικό ήρθε με ένα σκάφος, όπου επιβίβασαν τα γυναικόπαιδα. Μας είπαν ότι θα μετέφεραν τις οικογένειάς μας στην Ελλάδα και θα επέστρεφαν για μας, τους άντρες, αργότερα. Έφυγαν αλλά τελικά, μισή ώρα αργότερα, εμφανίστηκε το τουρκικό λιμενικό. Ίσως να είχαμε παρασυρθεί προς τα τουρκικά παράλια, δεν ξέρω. Μας είπαν ότι θα μας γυρνούσαν πίσω στην Τουρκία. Θύμωσα πολύ. Μιλάω τούρκικα και τους εξήγησα ότι οι οικογένειές μας είχαν μεταφερθεί στην Ελλάδα. Εκείνοι επέμειναν να μας γυρίσουν στην Τουρκία και αφού ήταν πολύ θυμωμένοι, δεν αντισταθήκαμε άλλο. Όταν φτάσαμε, έλεγξαν τα χαρτιά μας και μας άφησαν. Το πρόβλημα ήταν ότι είχα πάνω μου τα χαρτιά όλης της οικογένειας και το μοναδικό μας κινητό τηλέφωνο. Η Φάτμα, τρομαγμένη, είχε βρεθεί μόνη με το παιδί μας σε ένα μικροσκοπικό νησί. Ευτυχώς, κατάφερα να μπω σε μια άλλη βάρκα την επόμενη μέρα και να περάσω στο Καστελόριζο. Ήταν 19 Φεβρουαρίου 2016.

Από εκεί, το λιμενικό μάς μετέφερε στη Ρόδο, όπου καταγραφήκαμε. Πήραμε το πλοίο της γραμμής για την Αθήνα και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε για τα σύνορα, που ήταν ακόμα ανοιχτά. Πέντε μέρες μάς πήρε να φτάσουμε στον καταυλισμό της Ειδομένης. Διασχίσαμε την Ελλάδα και κοιμόμασταν όπου βρίσκαμε, ένα βράδυ σε ένα γήπεδο μπάσκετ, ένα άλλο σε ένα εστιατόριο. Τρεις βδομάδες περάσαμε στην Ειδομένη, περιμένοντας μάταια να περάσουμε. Μας είχαν δώσει τον αριθμό 136 και ο τελευταίος αριθμός που πέρασε ήταν το 65. Έτσι, γυρίσαμε στην Αθήνα όπου πήγαμε κατευθείαν στην υπηρεσία Ασύλου και κάναμε αίτηση για μετεγκατάσταση. Μας παραχωρήθηκε ένα διαμέρισμα στο κέντρο και περιμέναμε τα νεότερα. Στο μεταξύ, περάσαμε καλά. Η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα που έχω δει. Επισκεφτήκαμε την Ακρόπολη και διάφορους άλλους αρχαιολογικούς χώρους, πήγαμε τα παιδιά μας στην παραλία. Γίναμε σχεδόν ντόπιοι. Και οι άνθρωποι εδώ είναι απλοί και στηρίζουν πολύ τους πρόσφυγες, δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα.

Πριν από τρεις εβδομάδες μάθαμε ότι φεύγουμε για Σουηδία. Θα πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα αλλά δεν με πειράζει αφού μου αρέσει να μαθαίνω γλώσσες και να γνωρίζω κόσμο. Θα ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές μου και να βρω μια δουλειά. Δεν θέλω να κάθομαι άπραγος. Πρέπει να φρεσκάρω τις γνώσεις μου στην πληροφορική, πάνε πέντε χρόνια που αποφοίτησα και πρέπει να μάθω από την αρχή, να παρακολουθήσω τις εξελίξεις. Αλλά και η Φάτμα θέλει να συνεχίσει τις σπουδές της, θέλει να γίνει νοσοκόμα. Ελπίζω να μπορέσουμε να προσφέρουμε, ως γονείς, μια ασφαλή και όμορφη ζωή στα παιδιά μας στη νέα μας πατρίδα, τη Σουηδία.

 

 

Ο Μουσταφά και ο Αμπντουλμπασίντ, δύο αδέλφια από το Αφγανιστάν

 

30/05/2017

 

Ο Μουσταφά και ο Αμπντουλμπασίντ, 8 και 7 χρονών αντίστοιχα, είναι δύο αδερφάκια που κατοικούν στο κέντρο διαμονής της Μαλακάσας. Εδώ και λίγους μήνες, τα παιδιά παρακολουθούν τα μαθήματα στο δημοτικό σχολείο της περιοχής, στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης των παιδιών προσφύγων και μεταναστών.

Με καταγωγή από το Αφγανιστάν, τα δύο αδέρφια έκαναν το δύσκολο ταξίδι στην Ευρώπη με την οικογένειά τους. Ο πατέρας τους, Αμπντούλ, είναι χαρούμενος και περήφανος που βλέπει τα παιδιά του να μπαίνουν στο σχολικό κάθε μέρα, καθώς η εκπαίδευση είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που θα ήθελε να τους προσφέρει.

Τα παιδιά παρακολουθούν τα μαθήματα με ενθουσιασμό και χάρηκαν πολύ με τις καινούργιες τους σχολικές τσάντες που έδειχναν σε όλους πριν να επιβιβαστούν στα λεωφορεία, υπό το βλέμμα των συνοδών του Διεθνούς Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) που δεν φεύγουν ποτέ από το πλευρό των νεαρών μαθητών.

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

Μετεγκατάσταση στην Κροατία:

Η ιστορία της Σόσαν  

 

23/5/2017

 

Η Σόσαν είναι μια μητέρα από τη Συρία, η οποία, μαζί με τα παιδιά και τον ανιψιό της μετεγκαταστάθηκαν πρόσφατα στην Κροατία.

«Ξεκίνησα μαζί με τις κόρες μου, τον γιο μου και άλλους συγγενείς τον Φεβρουάριο του 2016. Περάσαμε από τη Συρία στην Τουρκία, όπου και μείναμε περίπου δύο εβδομάδες, περιμένοντας να μπούμε στις βάρκες για την Ελλάδα. Φτάσαμε στη Σάμο και από εκεί, σύντομα, βρεθήκαμε στην Ειδομένη. Μείναμε τρεις μήνες εκεί, ήταν πολύ δύσκολα, έχουμε πολύ άσχημες αναμνήσεις. Κατόπιν, ήρθαμε στην Αθήνα όπου και μείναμε μέχρι σήμερα.

Η οικογένειά μας είναι από την Ντέιρ Αλ-Ζορ, μια όμορφη πόλη στις όχθες του Ευφράτη. Δούλευα στην πολεοδομία, στη χάραξη του οδικού δικτύου. Όταν έχασα τον άντρα μου στον πόλεμο, πήρα την απόφαση να βγάλω τα παιδιά μου από τη Συρία. Ζήσαμε απίστευτες πολλές δυσκολίες από τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος. Αλλάζαμε συνέχεια πόλεις, σχολεία, φίλους, ζωή και κοινότητα. Έξι χρόνια ζήσαμε σε αυτή την κατάσταση. Τώρα πια θέλω να ξεχάσω, να τα αφήσω όλα αυτά πίσω μου. Το πιο σημαντικό είναι το μέλλον των παιδιών μου, εξάλλου για εκείνα έφυγα. Οι κόρες μου είναι 16 και 18 χρονών ενώ ο γιος μου είναι 11. Ο μικρός θέλει τόσο πολύ να συνεχίσει στο σχολείο. Πρόλαβε να πάει μέχρι την πέμπτη δημοτικού στη Συρία, ενώ παρακολούθησε και λίγο το σχολείο στην Ελλάδα.

Έφτασε η ώρα να φύγουμε για την Κροατία. Αν και η μητέρα και η αδερφή μου μένουν μόνιμα στις ΗΠΑ, ελπίζαμε να πάμε στην Ελβετία αλλά δεν ήταν γραφτό. Στην αρχή, ακούγαμε φήμες ότι δεν είναι καλά στην Κροατία ωστόσο ο αδερφός μου με διαβεβαίωσε ότι είναι μια πανέμορφη χώρα με πολύ αναπτυγμένο τουρισμό, όπου έρχονται άνθρωποι από όλον τον κόσμο, οπότε χαιρόμαστε που θα πάμε. Δεν περίμενα ότι θα επιβίωνα, αλλά τελικά η ζωή συνεχίζεται. Τώρα, θέλουμε απλώς να ζήσουμε σαν άνθρωποι, να χαρούμε τη ζωή μας.

 

 

 

 

 

Ο Εντρίς, 8 χρονών, από το Αφγανιστάν

 

16/05/2017

 

Ο Εντρίς είναι ένα 8χρονο αγόρι από το Αφγανιστάν που πηγαίνει στο δημοτικό σχολείο της Μαλακάσας, σε κοντινή απόσταση από το κέντρο διαμονής όπου κατοικεί μαζί με την οικογένειά του.

«Η οικογένειά μας άφησε την Καμπούλ, στο Αφγανιστάν, πριν από δύο χρόνια. Βρισκόμαστε εδώ και έναν χρόνο στην Ελλάδα» λέει η μητέρα του Εντρίς, η Ζαϊμίνα. «Είμαστε εννιά άτομα, εγώ, ο άντρας μου και τα εφτά παιδιά μας. Χαίρομαι πολύ που ο Εντρίς παρακολουθεί και πάλι μαθήματα, είναι πολύ σημαντικό. Έχασε πάνω από έναν χρόνο από την εκπαίδευσή του λόγω του ταξιδιού αλλά τώρα παρακολουθεί τα μαθήματα στο δημοτικό και είναι πολύ χαρούμενος που μαθαίνει καινούργια πράγματα»!

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

Η Ιλχάμ και η οικογένειά τηςΗ Ιλχάμ και η οικογένειά της

27/4/2017

 

"Η Ελλάδα είναι πολύ ωραία, θα θέλαμε να ζήσουμε εδώ αλλά τελικά μάθαμε ότι θα εγκατασταθούμε στη Γερμανία. Είμαστε στην Ελλάδα έναν χρόνο και δύο μήνες. Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ, πρώτα μέναμε σε σκηνές σε κέντρα διαμονής στο Κιλκίς και αργότερα σε διαμέρισμα όπου όμως δεν ήμαστε ποτέ μόνοι, πάντα συγκατοικούσαμε με άλλες οικογένειες και ήταν μεγάλη ταλαιπωρία, επικρατούσε διαρκώς φασαρία. Επιπλέον, το κορίτσι μου εδώ και δύο χρόνια δεν έχει πάει σχολείο, αν εξαιρέσουμε τον τελευταίο έναν μήνα στην Αξιούπολη.

Πριν από τον πόλεμο, ο σύζυγός μου, ο Νεχάντ, ήταν υπάλληλος της πολεοδομίας ενώ δίδασκα γαλλικά στο δημόσιο σχολείο στην πόλη Ντέιρ Αλ Ζορ. Αφήσαμε τη ζωή μας στη Συρία γιατί ο πόλεμος ρήμαξε την όμορφη πόλη μας. Η κόρη μου, η Λιν, δεν πήγαινε πια σχολείο, αφού είχε καταστραφεί. Στο μεταξύ, γεννήθηκε και ο γιος μας, ο Μουσταφά, που όταν αφήσαμε την Συρία ήταν μόλις 4 μηνών. Ξεκινήσαμε με τα πόδια να διασχίσουμε επικίνδυνα εδάφη μέχρι την Τουρκία. Περπατούσαμε στο βουνό, ήταν τρομακτικό. Υπήρξε περίπτωση που αστυνομικοί κόλλησαν το όπλο στο κεφάλι του μωρού μου και μας απειλούσαν, περάσαμε δύο μέρες στο τμήμα. Μετά από δύο απόπειρες καταφέραμε να περάσουμε τα σύνορα με την Τουρκία και από εκεί, πολύ σύντομα, βρεθήκαμε στη Χίο.

Εξ αιτίας του πολέμου, η οικογένειά μας διασκορπίστηκε. Οι γονείς μου βρίσκονται στη Σαουδική Αραβία, έχω μια αδερφή στη Δαμασκό, ο αδερφός μου έχει μείνει στην Ντέιρ Αλ Ζορ. Οι άλλες μου τρεις αδερφές είναι ήδη στη Γερμανία, η τελευταία ταξίδεψε μόλις την προηγούμενη βδομάδα.

Έχουμε πολλά όνειρα για τη ζωή μας στη Γερμανία. Το πρώτο, είναι να μείνουμε επιτέλους σε ένα κανονικό σπίτι, μόνοι μας. Σίγουρα, θα πρέπει να βρω το συντομότερο μια δουλειά, την έχω ανάγκη ως δραστήριος άνθρωπος, καταρχάς. Επίσης, η Λιν πρέπει να συνεχίσει το σχολείο, να σπουδάσει. Και φυσικά, περιμένω μια όμορφη ζωή για τον γιο μου. Να κοιμάται ήσυχος. Δεν έχει κοιμηθεί ποτέ κάπου ήσυχα. Ονειρεύομαι να μπορέσω να αγοράσω ξανά καινούργια ρούχα για όλους μας, είναι τόσα αυτά που θέλω να κάνω!

Ελπίζω ότι με το σύζυγό μου θα μπορέσουμε να αφήσουμε πίσω μας όσα άσχημα ζήσαμε και να κοιτάξουμε το μέλλον. Από τότε που φύγαμε, δεν περνά μέρα που να μην σκέφτομαι την Συρία. Μου άρεσε η ζωή μου, η πόλη μου, το σπίτι μου, το σχολείο που δίδασκα, οι μαθητές μου. Είχα την οικογένεια και τους φίλους μου. Αλλά ο πόλεμος μάς τα πήρε όλα και πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή. Δεν θα με πείραζε να πηγαίναμε και στην Γαλλία, αφού μιλάω τη γλώσσα, αλλά ευτυχώς στη Γερμανία θα ξαναδώ τις αδερφές μου".

 

 

 

Σακίλ Αχμέντ, 35 χρονών

20/04/2017

 

Το 2010 αποφάσισα να αφήσω το Πακιστάν και να έρθω στην Ελλάδα. Δεν είχε πρόβλημα να βρω δουλειά στην πατρίδα μου, απλώς κάτι λαθροδιακινητές κατάφεραν να με πείσουν ότι αν ερχόμουν στην Ελλάδα, θα έβγαζα μια περιουσία μέσα σε 1-2 χρόνια. Τους πίστεψα, σαν ανόητος, και ξεκίνησα το ταξίδι μου στην Ευρώπη.

Το ταξίδι δεν ήταν καθόλου εύκολο. Περπατούσα όλη νύχτα και κρυβόμουν την ημέρα. Στα σύνορα μεταξύ Ιράν και Τουρκίας, με αιχμαλώτισαν κάποια άτομα που απαιτούσαν €5.000 για να με ελευθερώσουν. Φυσικά, δεν είχα τόσα χρήματα πάνω μου αλλά ήταν και αδύνατον να τα βρω, ακόμα κι αν ζητούσα βοήθεια από κάθε συγγενή και φίλο μου στο Πακιστάν. Έτσι, μια μέρα που ήμουν μόνος, πήδηξα από τον τρίτο όροφο του κτιρίου όπου με κρατούσαν και σώθηκα. Το ταξίδι μού πήρε συνολικά 25 ημέρες. Πέρασα τον Έβρο στα ελληνοτουρκικά σύνορα και επιτέλους βρέθηκα σε ελληνικό έδαφος.

Δυο χρόνια πριν, έκανα περίπατο σε ένα βουνό στο Ηράκλειο Κρήτης, όταν βρήκα ένα κουταβάκι που κλαψούριζε. Κάποιος που προφανώς δεν το ήθελε, το είχε εγκαταλείψει εκεί για να πεθάνει. Το πήρα μαζί μου και το έβγαλα Μίνο. Χωρούσε μέσα σε ένα φλιτζάνι, τόσο μικρούλης ήταν. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γερμανών, συγχωριανοί μου στις Μοίρες, με βοήθησαν με τα εμβόλια και τις άλλες ανάγκες του. Είναι πολύ καλοί άνθρωποι, τους αγαπώ πολύ. Έκτοτε, εγώ κι ο Μίνο είμαστε αχώριστοι. Τον παίρνω μαζί μου στην δουλειά, παίζουμε μαζί και κοιμόμαστε μαζί. Μέχρι και που με προσέχει όταν είμαι άρρωστος, τον λατρεύω!

Πολλοί συμπατριώτες μου, όταν γυρίζουν στην πατρίδα από την Ευρώπη, φέρνουν μαζί τους υπολογιστές, τηλεοράσεις και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Εμένα δεν με νοιάζουν όλα αυτά. Το μόνο που θέλω να πάρω μαζί μου είναι ο Μίνο. Πώς να τον αφήσω πίσω, εξάλλου, μετά από όσα ζήσαμε μαζί; Δεν γυρίζω στο Πακιστάν χωρίς αυτόν. Είπα στα παιδιά μου ότι θα φέρω τον Μίνο μαζί μου και έχουν ενθουσιαστεί! Ανυπομονώ να γυρίσω στο Πακιστάν και του φτιάξω το καινούργιο του σκυλόσπιτο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νιλάμπ, Φαρίστα και Μαρίνα

19/04/2017

 

Η Νιλάμπ, η Φαρίστα και η Μαρίνα είναι τρεις αδερφές 13, 9 και 7 χρονών που εδώ και πέντε μήνες μένουν μαζί με την οικογένειά τους στο ανοιχτό κέντρο διαμονής των Οινοφύτων. Οι αδερφούλες πρόσφατα γράφτηκαν στο σχολείο, στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος για παιδιά των προσφύγων και μεταναστών.

«Θέλω να πάω στο σχολείο να μάθω ελληνικά», λέει η Νιλάμπ, η μεγαλύτερη από τις τρεις. «Έχω πάει λίγα χρόνια σχολείο στο Αφγανιστάν και σήμερα θα ξεκινήσω στο ελληνικό γυμνάσιο, ενώ οι αδερφές μου θα πάνε στο δημοτικό. Λυπάμαι λίγο που δεν θα είμαστε όλες μαζί αλλά από την άλλη χαίρομαι πολύ που θα ξεκινήσω μαθήματα, το περίμενα εδώ και πολύ καιρό».

Ο πατέρας τους είναι δίπλα τους όλη την ώρα, όπως πολλοί άλλοι γονείς, και παρακολουθεί με περηφάνια τις προετοιμασίες για το σχολείο. «Ήρθαμε από το Αφγανιστάν στην Ελλάδα εδώ και πάνω από έναν χρόνο. Μείναμε δέκα μήνες στη Μόρια, στη Λέσβο, και στη συνέχεια μεταφερθήκαμε στα Οινόφυτα, όπου ζούμε πέντε μήνες τώρα. Είναι μεγάλη μέρα για μας σήμερα, η μητέρα τους κι εγώ είμαστε πολύ χαρούμενοι που θα πάνε τα κορίτσια μας στο σχολείο. Τόσο καιρό που είμαστε στην Ελλάδα δεν έχουν παρακολουθήσει μαθήματα, πρέπει να ξεκινήσουν γιατί θα τους κάνει καλό, θα μάθουν τόσα χρήσιμα πράγματα. Εξάλλου, είναι ζωτικής σημασίας τα παιδιά να φοιτούν στα σχολεία της χώρας όπου κατοικούν».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

Ο Αμπντέλ και η οικογένειά του

 

12/4/2017

 

Ήταν πολύ δύσκολο ταξίδι. Φύγαμε από το Χαλέπι λόγω του πολέμου. Είναι κακό πράγμα ο πόλεμος, έχει θάνατο, φόβο, μιζέρια. Ήθελαν να με στρατολογήσουν στον καθεστωτικό στρατό κι έτσι πήραμε την απόφαση να φύγουμε. Δεν ήθελα να βουτήξω τα χέρια μου στο αίμα, να σκοτώσω άνθρωπο. Δεν μπορούσαν με υποχρεώσουν να το κάνω αυτό.

Όταν ζούσαμε στη Συρία, πριν από τον πόλεμο, είχα καλή δουλειά. Ήμουν ειδικευμένος εργάτης, έφτιαχνα γυψοσανίδες, περνούσα ηλεκτρικά. Συνήθως δούλευα σε επιχειρήσεις, ξενοδοχεία αλλά και σπίτια, βίλες. Η Αμίνα, η σύζυγός μου, είχε αφοσιωθεί στην ανατροφή των παιδιών μας. Ήταν το ταξίδι του θανάτου, έτσι το λέμε μεταξύ μας. Ούτως ή άλλως, αν μέναμε στη Συρία θα πεθαίναμε. Έτσι, το ρισκάραμε, ή θα επιβιώναμε ή θα χανόμασταν. Πήρα ένα μεγάλο ρίσκο, όχι μόνο για μένα, αλλά για τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Όμως, αν τα καταφέρναμε, θα είχαμε κερδίσει τη ζωή μακριά από τον πόλεμο. Για μας, πάντα θα είναι το ταξίδι του θανάτου.

Αφού περάσαμε από την Τουρκία στην Ελλάδα, με βάρκα όπως όλοι, ήρθε το επόμενο δύσκολο ταξίδι, αυτή τη φορά από καταυλισμό σε καταυλισμό. Από τη Λέσβο πήγαμε στην Καβάλα, μετά στο Χέρσο, από εκεί στην Κατερίνη, μετά στη Θεσσαλονίκη και τέλος στην Αθήνα. Ζήσαμε πράγματα δύσκολα αλλά και πράγματα ωραία. Είδαμε όμορφα μέρη, όπως το κακό ήταν όταν είχε άσχημο καιρό, όταν έβρεχε, όταν έκανε κρύο ή ακόμα κι όταν είχε δυνατό ήλιο. Παρόλα αυτά, μέσα στις τόσες δυσκολίες, βρισκόμασταν πάντα ανάμεσα σε πολύ καλούς ανθρώπους, που μας βοήθησαν και δεν θα τους ξεχάσουμε ποτέ.

Η Αμίνα, στο μεταξύ, είχε μείνει έγκυος. Βέβαια, αφού γεννήθηκε η μικρούλα μας, η Ίσρα, ηρεμήσαμε αρκετά, είναι έξι μηνών. Δεν μπορώ να περιγράψω πώς νιώθω που πηγαίνουμε στη Γαλλία, είμαστε πάρα πολύ χαρούμενοι, θα ξεκινήσουμε από την αρχή, θα βρούμε μια σταθερότητα. Θα ζούμε όπως παλιά, μπορεί και καλύτερα. Δεν ξέρω ακόμα σε ποια πόλη θα πάμε αλλά ονειρεύομαι να μας στείλουν στη Νίκαια, θα μου άρεσε πάρα πολύ. Είμαι σίγουρος ότι μας περιμένει μια καινούργια ζωή, θα πάνε τα παιδιά μας στο σχολείο, που είναι και το κυριότερο για αυτά. Μακάρι να αγαπήσουμε τη Γαλλία και η Γαλλία να μας αγαπήσει. Έχουμε ξεκινήσει ήδη μαθήματα γαλλικών, όχι μόνο με τη βοήθεια του ΔΟΜ και της γαλλικής πρεσβείας, αλλά και μόνοι μας, χάρη σε μαθήματα μέσω ίντερνετ. Στη Γαλλία, θα προσπαθήσουμε να αφήσουμε πίσω όσα περάσαμε, ήδη προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να ξεχάσουν. Δεν θέλουμε ούτε να μιλάνε γι’ αυτό ούτε να ξανανιώσουν κάτι τέτοιο. Εμείς οι δυο δεν πρόκειται να ξεχάσουμε, δεν ξεχνιέται αυτό το πράγμα. Ήταν αφόρητη αυτή η ζωή. Όμως, τα παιδιά είναι μικρά, ίσως να μην θυμούνται τίποτα, εντέλει.

 

 

Ο Φαγιάζ, 7 χρονών, από το Αφγανιστάν

05/04/2017

 

«Μου είπαν ότι θα μάθω ελληνικά και αγγλικά και μαθηματικά, αλλά δεν με πολυνοιάζει τι θα διδαχτώ. Μου αρκεί που θα πάω σχολείο!» λέει ο 7χρονος Φαγιάζ από το Αφγανιστάν.

Ο Φαγιάζ και η οικογένειά του ξεκίνησαν το μεγάλο ταξίδι προς την Ευρώπη από την ιστορική πόλη Κουντούζ στο βόρειο Αφγανιστάν. Πέρασε ένας χρόνος και πλέον που έφτασαν στην Ελλάδα και μένουν στο κέντρο ανοιχτής φιλοξενίας στη Μαλακάσα, 40 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας.

«Είμαι ενθουσιασμένος που ο γιος μου θα πάει σχολείο. Ο Φαγιάζ δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να παρακολουθήσει μαθήματα, οπότε είναι μια σημαντική στιγμή για την οικογένειά μας. Ελπίζω και ότι η αδερφή του θα τον ακολουθήσει, όταν έρθει η ώρα της, αφού είναι ακόμα αρκετά μικρή για να πάει σχολείο, ωστόσο ζηλεύει λίγο τον Φαγιάζ», λέει ο Φερός, ο πατέρας των δύο παιδιών.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φαρζανέ και ο Αμίρ

30/03/2017

 

Η Φαρζανέ από το Αφγανιστάν και μαζί με τον αδερφό της τον Αμίρ, τους γονείς και τα υπόλοιπα αδέρφια τους, μένει στο κέντρο ανοιχτής φιλοξενίας της Μαλακάσας εδώ και έναν χρόνο.

Η μεγάλη μέρα για τη Φαρζανέ και τον Αμίρ έφτασε, καθώς είναι μεταξύ των παιδιών που θα πάνε στο δημοτικό σχολείο στη Μαλακάσα, στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης παιδιών προσφύγων και μεταναστών.

«Είμαι πολύ χαρούμενη που θα πάω στο σχολείο, ανυπομονώ!» λέει η Φαρζάνε την ώρα που παραλαμβάνει την τσάντα της, λίγες ώρες πριν να χτυπήσει το κουδούνι. «Ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου έχουμε πάει σχολείο έτσι έχουμε ενθουσιαστεί, θα κάνουμε φίλους και θα μάθουμε ένα σωρό καινούργια πράγματα».

Ο πατέρας τους, Ασαντουλά, τους συνοδεύει στην είσοδο του κέντρου διαμονής, όπου συγκεντρώνονται όλα τα παιδιά περιμένοντας το λεωφορείο και τους σχολικούς συνοδούς. «Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που τα παιδιά μου θα πάνε επιτέλους στο σχολείο», λέει ο Ασαντουλά. «Θέλω απλώς να έχουν μια φυσιολογική ζωή, όπως κάθε παιδί της ηλικίας τους».

Ο ΔΟΜ Ελλάδας παρέχει λεωφορεία και σχολικούς συνοδούς για τη μεταφορά των παιδιών προς και από το σχολείο όπως και τον απαραίτητο σχολικό εξοπλισμό, με τη στήριξη του προγράμματος Civil Protection & Humanitarian Aid Operations – ECHO της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

 

 

Ο Χαμίντ, 7 ετών,

και η μαμά του, η Χαντιρέ 

28/03/2017

 

Ο Χαμίντ είναι 7 χρονών κατάγεται από την επαρχία Γκορ του Αφγανιστάν. Έφτασε μαζί με την οικογένειά του στην Ελλάδα περίπου έναν χρόνο πριν και ζει στο κέντρο ανοιχτής φιλοξενίας της Μαλακάσας, 40 χλμ βόρεια της Αθήνας. Συναντήσαμε τον Χαμίντ λίγες ώρες πριν να πάει στο δημοτικό σχολείο της Μαλακάσας, στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης για παιδιά προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα.

«Ο Χαμίντ θα επιστρέψει στις σχολικές αίθουσες για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό», λέει η μητέρα του, Χαντιρέ: «ο Χαμίντ και τα 4 αδέρφια του πήγαν για λίγο καιρό σχολείο στο Αφγανιστάν, όμως η κατάσταση στην περιοχή μας είναι ιδιαίτερα ασταθής έτσι αναγκαστικά διέκοψαν. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να πέσουν θύματα απαγωγής. Χαίρομαι πολύ που ο γιος μου θα πάει επιτέλους στο ελληνικό σχολείο, ένας από τους κύριους λόγους που αποφασίσαμε να μπούμε σε αυτή την περιπέτεια ήταν η πρόσβαση των παιδιών μας στην εκπαίδευση, είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

Ο Σάνα από το Πακιστάν

24/3/2017

 

Ο Σάνα είναι ένας νέος άντρας από το Πακιστάν ο οποίος, αφού πέρασε 1,5 χρόνο στην Ελλάδα, αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του ως επωφελούμενος του Προγράμματος Εθελοντικής Επιστροφής και Επανένταξης, ένα από τα κυριότερα προγράμματα του Διεθνή Οργανισμού Μετανάστευσης.

«Κατάγομαι από ένα χωριό του Πακιστάν, κοντά στην πόλη Γκουζράτ, αλλά ζούσα στο Καράτσι, όπου εργαζόμουν ως οδηγός. Αποφάσισα να μεταναστεύσω αρχικά στη Σαουδική Αραβία όπου έζησα 2,5 χρόνια. Ωστόσο τα πράγματα δεν πήγαν καλά εκεί και επέστρεψα στο Πακιστάν.

Είχα ακούσει πολλά για την Ελλάδα: ότι είναι μια όμορφη χώρα με ιστορία, πολύ ωραίο καιρό και καλούς ανθρώπους. Έκανα 16 μέρες να φτάσω, διασχίζοντας το Ιράν και την Τουρκία και κατόπιν, περνώντας με βάρκα στη Λέσβο, μέσα στην προσφυγική κρίση. Ταξίδεψα με κάθε μέσο που μπορείτε να φανταστείτε, περπάτησα πολύ. Φεύγοντας από το Πακιστάν, θεωρούσα ότι θα ήταν εύκολο να βρω δουλειά στην Ελλάδα – αν και είχα ακούσει για την οικονομική κρίση, ένιωθα σίγουρος ότι θα έβρισκα τον δρόμο μου παρά τις δυσκολίες.

Τελικά βρέθηκα στην Κρήτη, στο νομό Ηρακλείου, όπου έκανα διάφορες αγροτικές δουλειές, σε χωράφια και αγροκτήματα. Πέρασα όμορφα εκεί, οι άνθρωποι μού φέρθηκαν πολύ καλά. Αν και ακούγονται ιστορίες για εκμετάλλευση των μεταναστών, εμένα ευτυχώς δεν μου έτυχε κάτι τέτοιο. Επίσης, μου άρεσε πάρα πολύ η πόλη του Ηρακλείου και ιδίως το λιμάνι, είναι τόσο όμορφο και ζωντανό.

Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να νοσταλγώ την πατρίδα μου. Οι γονείς και τα τρία αδέρφια μου μένουν ακόμα στο χωριό μας και θέλω να είμαι ξανά κοντά τους. Χαίρομαι πολύ γιατί θα ξεκινήσω και τη δική μου δουλειά, χάρη στο πρόγραμμα Επανένταξης του ΔΟΜ. Θα ανοίξω ένα φαρμακείο με τη βοήθεια του θείου μου, ο οποίος είναι φαρμακοποιός και με είχε εκπαιδεύσει στο παρελθόν. Έτσι, βλέπω το μέλλον μου στο Πακιστάν με αισιοδοξία.

Ξέρετε, οι περισσότεροι Πακιστανοί νιώθουμε πολύ καλά στην Ελλάδα – έτσι, ελπίζω ότι κάποτε θα την επισκεφτώ και πάλι!».

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Φινλανδία: Η Φατίμα και ο γιος της, Σουλεϊμάν

20/3/2017

 

Στα 67 της, η Φατίμα έγινε μια από τους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που διέφυγαν από τον πόλεμο στη Συρία. Σήμερα, 13 μήνες αφού έφτασε στην Ελλάδα, ετοιμάζεται να μετεγκατασταθεί στην Φινλανδία.

«Έφερε 12 παιδιά στον κόσμο», λέει η Φατίμα, καθισμένη στο αναπηρικό της αμαξίδιο, ενώ κρατάει στα χέρια μια χοντρή ξύλινη μαγκούρα. «Τώρα, τα δύο παιδιά είναι στη Σουηδία, άλλα δύο είναι στη Γερμανία και τρία έχουν μείνει πίσω στη Συρία.»

Γύρω από τη Φατίμα κάθεται ο γιος της, ο Σουλεϊμάν, μαζί με τη νύφη και τα εγγόνια της. Όλοι τους δείχνουν μεγάλη τρυφερότητα στην αρχηγό της οικογένειας. «Εγκαταλείψαμε την πατρίδα μας, την Αφρίν, γιατί δεν υπήρχε πια τίποτα για μας εκεί. Περάσαμε τέτοιο πόνο, τέτοιο φόβο, τόσους εξευτελισμούς. Ήξερα ότι το ταξίδι θα ήταν δύσκολο, αλλά ακόμα με κρατούσαν τα πόδια μου και είχα και τους τέσσερις γιους μου μαζί, οπότε αυτό με κρατούσε ήρεμη και συγκροτημένη. Έπρεπε να φτάσουμε στην Ευρώπη, όπως κι έγινε, τον περασμένο Φεβρουάριο, που φτάσαμε στη Λέσβο. Έφτασε πια η ώρα να μετακομίσουμε στη Φινλανδία. Είναι πάντα δύσκολο να ξεκινά κανείς από την αρχή, ακόμα περισσότερο για έναν άνθρωπο της ηλικίας μου. Νιώθω νευρικότητα για το ταξίδι στη Φινλανδία, αλλά το μόνο που θέλω είναι να ζήσω με τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Ξέρω ότι θα καταφέρουμε όπως και να έχει στη νέα μας πατρίδα – καθόλου δεν μου λείπει η Συρία, έχει τελειώσει πια για μένα.»

Ο Σουλεϊμάν, στα 35 του, έχει αναλάβει τη φροντίδα της μητέρας του και της οικογένειάς του. «Έχω όνειρα για την οικογένειά μου. Φυσικά, τα παιδιά είναι η προτεραιότητα, θέλω να έχουν την καλύτερη δυνατή μόρφωση ώστε να μπορέσουν να προοδεύσουν επαγγελματικά. Αλλά έχω και για μένα ένα μικρό όνειρο. Όταν ζούσα στη Συρία, εργαζόμουν ως βαφέας αυτοκινήτων και σκόπευα να ανοίξω το δικό μου συνεργείο. Λόγω του πολέμου, εγκατέλειψα τα σχέδιά μου αλλά τώρα που θα πάμε στη Φινλανδία θα πραγματοποιήσω το όνειρό μου και θα ανοίξω το δικό μου μαγαζί», λέει ο Σουλεϊμάν με ενθουσιασμό, κρατώντας τα παιδιά του στην αγκαλιά του.

 

 

 

 

Φαουζί και Χαμιντέ

16/3/2017

 

«Έχω 11 ολόκληρα χρόνια να δω τον γιο μου, ανυπομονώ να τον  σφίξω στην αγκαλιά μου!» Η Χαμιντέ βγάζει το κινητό της και δείχνει περήφανα φωτογραφίες του γιου της που ζει στη Φινλανδία, όπου πρόκειται να μετεγκατασταθεί και η ίδια μαζί με τον σύζυγό της, Φαουζί. Το πρόσωπό της φωτίζεται όσο μιλάει για τον γιο της και ο Φαουζί μοιράζεται τη χαρά και την περηφάνια της: «Το αγόρι μας έφυγε από τη Συρία για να δουλέψει στην Ευρώπη όταν ήταν μόλις 17 χρονών. Ζει στη Φινλανδία εδώ και έξι χρόνια, όπου δουλεύει ως διερμηνέας και είναι αρραβωνιασμένος με ένα κορίτσι από εκεί».

«Ήταν το πρώτο πράγμα που είπα στην πρώτη συνέντευξη για τη διαδικασία της μετεγκατάστασης, πρέπει να πάω στη Φινλανδία!» λέει η Χαμιντέ. «Έχω τρεις κόρες, επίσης. Η μία έφτασε στη Χίο με την οικογένειά της. Οι άλλες δύο είναι ακόμα στην Αφρίν, την πατρίδα μας στη Συρία. Ελπίζουν να καταφέρουν να έρθουν με ασφάλεια στην Ευρώπη…», προσθέτει μια θλίψη στη φωνή της.

Ο Φαουζί διηγείται το ταξίδι του ζευγαριού από τη Συρία: «Φτάσαμε στην Ελλάδα στις 20 Φεβρουαρίου του 2016. Από τη Χίο πήγαμε στη Αθήνα και από εκεί κατ’ ευθείαν στην Ειδομένη, αλλά φτάσαμε πολύ αργά, τα σύνορα είχαν κλείσει ήδη. Είδαμε πολύ άσχημα πράγματα στον καταυλισμό εκεί πέρα… έναν μήνα περίπου κάτσαμε εκεί και μετά πήγαμε πίσω στην Αθήνα, όπου και μπήκαμε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Αρχικά μείναμε σε μια κατάληψη στο κέντρο της Αθήνας κι αργότερα μας μετακίνησαν σε ένα υπέροχο ξενοδοχείο, ήταν τόσο ωραία εκεί, τόσο άνετα. Ξέρετε, οι Έλληνες μάς στήριξαν και μας βοήθησαν. Μας καταλαβαίνουν. Δούλεψα σκληρά όλη μου τη ζωή, δούλεψα σε ξενοδοχεία, σε καφέ, έκανα τα πάντα για να αναθρέψω τα παιδιά μου και η Χαμιντέ το ίδιο. Ακόμα και τώρα, περάσαμε θάλασσες, κάμπους και βουνά, αντέξαμε τόσες ταλαιπωρίες για να δούμε πάλι το αγόρι μας».

Η Χαμιντέ κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά: «Εύχομαι και τα κορίτσια μου να μπορέσουν να έρθουν στη Φινλανδία, ώστε να είμαστε και πάλι όλοι μαζί».

 

 

 

 

Η Σάρα και η οικογένειά της

10/03/2017

 

Η Σάρα είναι ένα μικρό κορίτσι από τη Σιντζάρ του Ιράκ. Βρέθηκε στην Ελλάδα με την οικογένειά της και έναν χρόνο μετά, μετεγκαταστάθηκε στη Γερμανία με την οικογένειά της.

«Φτάσαμε στη Σάμο στις 2 Μαρτίου 2016», θυμάται ο Σαμίρ, ο πατέρας της, λίγες ώρες πριν να πάρουν το αεροπλάνο για τη Γερμανία. «Ωστόσο, εγκαταλείψαμε το Ιράκ πολύ καιρό πριν. Μέναμε στη Σιντζάρ, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων είναι Γεζίντι, όπως κι εμείς. Το καλοκαίρι του 2014 το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε την Σιντζάρ και κατέσφαξε χιλιάδες Γεζίντι. Έπρεπε να σώσω την οικογένειά μου μακριά από τον κίνδυνο, έτσι φύγαμε πρώτα για το Κουρδιστάν και λίγες βδομάδες μετά για την Τουρκία. Είμαι τυχερός, δεν έχασα άνθρωπο δικό μου, ευτυχώς. Μόνο ένα πράγμα ήθελα, να εξασφαλίσω το μέλλον των παιδιών μου».

Η Σάρα παίζει λίγο πιο πέρα με τον αδερφό της ενώ η μητέρα της περιποιείται τη Σάμρα, τη μικρή της οικογένειας.  Η Σάρα είναι ένα χαρούμενο παιδί με αμυγδαλωτά μάτια. Η οικογένεια έμενε μέχρι σήμερα στο κέντρο διαμονής στον Σκαραμαγκά και η Σάρα γράφτηκε στο ελληνικό σχολείο, όπου διδάχτηκε ελληνικά και αγγλικά. «Το σχολείο είναι φοβερό» λέει. «Ανυπομονούσα να πάω και κάθε μέρα, όταν γύριζα σπίτι, έλεγα στους γονείς μου πώς τα πέρασα με κάθε λεπτομέρεια. Οι δασκάλες μου είναι πολύ καλές, τις αγαπώ πολύ και θα μου λείψουν».

Ο Σαμίρ ακούει, χαμογελώντας. «Στείλαμε τη Σάρα στο ελληνικό σχολείο μετά χαράς, ήταν κάτι που την έκανε ευτυχισμένη. Εξάλλου, η εμπειρία μας γενικά στην Ελλάδα είναι πολύ θετική, αισθανθήκαμε ότι οι Έλληνες μάς αποδέχονται. Ξέρετε, χάσαμε τα πάντα στη Σιντζάρ. Ακόμα και τα όνειρά μου εκεί τα άφησα. Έτσι, τώρα που επιτέλους πάμε στην Γερμανία, μόνο ένα πράγμα ελπίζω, να έχει η Σάρα και τα υπόλοιπα παιδιά μου ένα ασφαλές μέλλον. Εύχομαι να ζήσουν ειρηνικά και φυσικά, να μορφωθούν».

ΟΙ Γεζίντι φορούν ένα βραχιόλι φτιαγμένο από κόκκινη και λευκή κλωστή, να τους προστατεύει από τον ήλιο, τις αρρώστιες και το μάτι – παράδοση διαδεδομένη επίσης στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. «Όταν κοπεί το βραχιολάκι, κάνουμε μια ευχή», λέει η Σάρα καθώς μας αποχαιρετά πριν να πάρει το αεροπλάνο για το Μόναχο και μια νέα αρχή.

 

 

 

O Μουράντ από τη Συρία

09/03/2017

 

Ο Μουράντ είναι ένα 6χρονο αγόρι από τη Δαμασκό της Συρίας. Πριν ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος, η ζωή του Μουράντ ξεκίνησε γεμάτη αντιξοότητες. Γεννήθηκε με συνδακτυλία, μια παραμόρφωση των άκρων όπου τα δάχτυλα είναι ενωμένα – και γι’ αυτό τον λόγο, όλοι τον κορόιδευαν. «Όλοι τον περιγελούσαν» λέει η μητέρα του, η Σινάμ, «έτσι κι εγώ του έκρυβα τα χέρια σε μακριά μανίκια για να τον προστατέψω». Μετά από δύο επεμβάσεις, ο Μουράντ πήγαινε καλά αλλά στο μεταξύ ξέσπασε ο πόλεμος στη Συρία.

«Πήγαμε σε έναν καταυλισμό προσφύγων στο Ιράκ, όπου ο Μουράντ εξελίχθηκε σε πολύ σκανταλιάρικο παιδί. Με δυσκόλευε πολύ, ήταν πάρα πολύ ζωηρός και άτακτος. Οι γονείς των άλλων παιδιών μού έκαναν διαρκώς παράπονα». Η οικογένεια σύντομα μετακόμισε στην Τουρκία. Ο πατέρας και ένας από τους αδερφούς του Μουράντ έφυγαν για τη Γερμανία, αφήνοντας πίσω την υπόλοιπη οικογένεια. Η Σινάμ, ο Μουράντ και τα υπόλοιπα αδέρφια του προσπάθησαν 4 φορές να διασχίσουν τα χερσαία σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μάταια όμως. Εντέλει, ένας λαθροδιακινητής τους στοίβαξε σε ένα φορτηγό και τους μετέφερε στην άλλη πλευρά των συνόρων. «Πόσοι άνθρωποι ήμασταν στοιβαγμένοι εκεί μέσα! Έτρεμα μην μου λιώσουν τα παιδιά. Κρατούσα σφιχτά τον Μουράντ στην αγκαλιά μου που φώναζε "μανούλα, τα πόδια μου θα σπάσουν" και τον έσφιγγα ακόμα πιο δυνατά πάνω μου».

Όμως, η περιπέτειά τους δεν τελείωσε εκεί καθώς η οικογένεια κατέληξε στον καταυλισμό της Ειδομένης. Αλλά ήταν πια αργά καθώς τα ευρωπαϊκά σύνορα είχαν πια κλείσει. «Περιμέναμε να ξανανοίξουν τα σύνορα. Κάθε μέρα, για πάνω από 4 μήνες, ξυπνούσαμε ελπίζοντας και κάθε βράδυ λέγαμε ‘δεν πειράζει, θα ανοίξουν αύριο’. Όταν μας μετέφεραν στο Δερβένι δεν είχαμε πια ούτε χρήματα, ούτε καθαρά ρούχα, ούτε ελπίδα… αλλά σύντομα νιώσαμε καλύτερα, γιατί εκεί είχαμε φαγητό, τουαλέτα, ντους και καταφύγιο. Σκέφτηκα, ‘ο Θεός μάς έσωσε, ας μείνουμε εδώ και ίσως να συμβεί κάτι καλό’».

Από τον Ιανουάριο του 2017 ο Μουράντ και η οικογένειά του, μαζί με ακόμα 223 άτομα, μένουν στο ξενοδοχείο Δήμητρα στις Μουριές του Κιλκίς, ενώ στο κέντρο διαμονής γίνονται εργασίες. Η Σινάμ λέει: «ο Μουράντ είναι πιο ήρεμος και χαρούμενος από ποτέ. Για πρώτη φορά στη ζωή του μένει σε κανονικό σπίτι, δεν ήξερε πώς είναι να ζει κανείς σε σπίτι, μέχρι τώρα μόνο σε σκηνές είχε ζήσει. Τις πρώτες μέρες όλα τού προκαλούσαν έκπληξη. Ανοιγόκλεινε τις πόρτες, ανεβοκατέβαινε τις σκάλες, όλα τού φαίνονταν τόσο παράξενα. Την πρώτη εβδομάδα έπεφτε συνέχεια από το κρεβάτι του γιατί δεν ήταν συνηθισμένος. Έτσι δεν κοιμόμουν ούτε εγώ για να τον προσέχω».

Προς το παρόν, ο Μουράντ θα συνεχίσει να παίζει με τα αδέρφια του. Όσο για την Σινάμ, περιμένει ανυπόμονα τη στιγμή που η οικογένειά της θα επανενωθεί ξανά στη Γερμανία για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, όλοι μαζί και πάλι.

 

 

 

Ο Μοχάμεντ και η Μάγια, ένα νεαρό ζευγάρι από τη Συρία

 

Τον Φεβρουάριο του 2016, ο Μοχάμεντ, 20 χρονών και η Μάγια, 16, πέρασαν από την Τουρκία στην Ελλάδα. Το νεαρό ζευγάρι πρόκειται να μετεγκατασταθεί στη Νορβηγία μαζί με το νεογέννητο γιο τους, το Τζουάντ.

«Αρραβωνιαστήκαμε στη Συρία κι έφυγα για την Τουρκία», λέει ο Μοχάμεντ. «Δυο βδομάδες μετά ήρθε και με βρήκε η Μάγια. Μείναμε αρκετό καιρό στην Τουρκία, όπου και παντρευτήκαμε και στη συνέχεια περάσαμε στην Ελλάδα, σχεδόν τέτοια μέρα πέρυσι. Φτάσαμε στη Λέσβο και από εκεί συνεχίσαμε για τη βόρεια Ελλάδα. Ωστόσο, όταν φτάσαμε στην Ειδομένη, τα σύνορα είχαν πια κλείσει. Έτσι, επιστρέψαμε στην Αθήνα και μπήκαμε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της ΕΕ. Τώρα, επιτέλους φεύγουμε για τη Νορβηγία. Δεν θέλω να εξαρτώμαι από άλλους για να ζω την οικογένειά μου, γι’ αυτό μόλις φτάσουμε θα μάθω τη γλώσσα και θα ψάξω να βρω δουλειά. Θέλω πάρα πολύ να γίνω κομμάτι της νορβηγικής κοινωνίας, να ενσωματωθώ».

«Είναι πολύ σημαντικό για μένα να ολοκληρώσω την εκπαίδευσή μου», λέει η Μάγια. «Θα μάθω τη γλώσσα, θα τελειώσω το σχολείο και ελπίζω να γίνω κομμώτρια, αυτό είναι το όνειρό μου !» Η νεαρή μητέρα κρατάει τρυφερά στην αγκαλιά της το μωρό της όση ώρα μιλάει. «Μόνο ένα πράγμα με τρόμαξε στη διάρκεια του ταξιδιού μας, κι αυτό ήταν η θάλασσα. Ήταν τόσο τρομακτική! Η βάρκα μας έμεινε από καύσιμα μεσοπέλαγα. Ευτυχώς, το λιμενικό μάς έσωσε, δεν θα τους ξεχάσω ποτέ».

«Μόλις φτάσαμε εδώ, οι Έλληνες μάς αγκάλιασαν. Μας έδειξαν αγάπη, στοργή, μας νοιάστηκαν. Τώρα, μπορώ και πάλι να ονειρεύομαι. Στη νέα μας πατρίδα, θα δουλέψω σκληρά για να ανοίξω το δικό μου εστιατόριο, λατρεύω τη μαγειρική!» αναφέρει ο Μοχάμεντ.

«Είναι καταπληκτικός μάγειρας!» λέει περήφανα η Μάγια για το σύζυγό της. «Ξέρετε, είμαστε από τη Δαμασκό και η κουζίνα εκεί είναι τόσο ιδιαίτερη»!

Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

 

 

Ρασάντ, 7 ετών

 

“Ανυπομονώ να πάω στο σχολείο κάθε μέρα! Και ο μπαμπάς μου χαίρεται πολύ που κάνω μαθήματα στην Ελλάδα και μαθαίνω καινούργια πράγματα”. O 7χρονος Ρασάντ από τη Χασάκα της Συρίας μένει με την οικογένειά του στην Ανοιχτή Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων στη Ριτσώνα και παρακολουθεί μαθήματα στο ελληνικό σχολείο από τον Οκτώβριο του 2016.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αλί και οι συνοδοί

 

Ο Αλί είναι 10 χρονών και μένει στο κέντρο διαμονής του Ελαιώνα στο κέντρο της Αθήνας, μαζί με την οικογένειά του, αφού έφυγαν από την Ντέιρ Αλ Ζορ της Συρίας. Από τον Οκτώβριο του 2016, ο Αλί πηγαίνει σχολείο στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης για τα παιδιά πρόσφυγες.

Η Σοφία και η Αλεξάνδρα είναι δύο από τις συνοδούς του ΔΟΜ που καθημερινά πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο. Ήταν ζήτημα χρόνου να σχηματιστούν ισχυροί δεσμοί όχι μόνο με τον Αλί αλλά και με όλα «τα παιδιά τους».

«Ο Αλί είναι πολύ καλό παιδί, είναι τόσο γλυκός. Δεν το λέω επειδή είναι ο αγαπημένος μου, είναι πραγματικά το κάτι άλλο», λέει η Αλεξάνδρα. «Αλλά όλα μας τα παιδιά είναι πολύ καλά, μας πνίγουν στα φιλιά και τις αγκαλιές. Μας γεμίζει τόσο πολύ να είμαστε οι συνοδοί τους, δεν είναι απλώς μια δουλειά. Είμαστε οικογένεια, πια».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στην Πορτογαλία, Ρούλα, 31, από τη Συρία

 

Η Ρούλα, 31 χρονών, είναι κομμώτρια και κατάγεται από την Ντάρα της Συρίας. Με την οικογένειά της πρόκειται να μετεγκατασταθούν στην Πορτογαλία.

«Ήμουν έξω με τον γιο μου, τον Μουλάμ. Ο σύζυγός μου, ο Σουλεϊμάν και η Κινάνα, η κόρη μου ήταν στο σπίτι όταν έπεσε η βόμβα. Φτάνοντας στο κατεστραμμένο μου σπίτι, με τους αγαπημένους μου θαμμένους κάτω από τα ερείπια, κόντεψα να χάσω το μυαλό μου. Ευτυχώς, τους ανέσυρε ζωντανούς η Ερυθρά Ημισέληνος και τους μετέφερε σε ένα αυτοσχέδιο νοσοκομείο στη ζώνη μεταξύ των ανταρτών και του καθεστωτικού στρατού. Η κόρη μου είχε και τα δύο της πόδια στον γύψο για πάρα πολύ καιρό και η πλάτη του συζύγου μου είχε τραυματιστεί πολύ άσχημα. Είμαι κομμώτρια και ο Σουλεϊμάν είναι σεφ. Όταν άρχισε ο πόλεμος, δεν υπήρχαν πια δουλειές και ο Σουλεϊμάν δούλευε μεροκάματα από εδώ και από εκεί για να τα βγάλουμε πέρα. Αλλά είχαμε το σπίτι μας, οπότε δεν σκοπεύαμε να αφήσουμε την Ντάρα, την πόλη μας. Μετά τον βομβαρδισμό μείναμε εκεί ακόμα δύο μήνες, ώσπου ο Σουλεϊμάν και η Κινάνα να μπορούν να ταξιδέψουν. Χρειαστήκαμε έναν μήνα για να φτάσουμε τα σύνορα με την Τουρκία. Περπατούσαμε 9 ώρες κάθε νύχτα, για να αποφύγουμε τα προβλήματα, ήμουν έγκυος και κουβαλούσα την κόρη μου στην πλάτη. Στην Τουρκία είδαμε για πρώτη φορά θάλασσα. Ήταν τρομακτική, όπως και το πέρασμα στη Χίο, τον Ιανουάριο του 2016.

Αφού καταγραφήκαμε, μας έστειλαν στο κέντρο διαμονής στη Ριτσώνα, κοντά στην Αθήνα. Λίγους μήνες μετά γέννησα το αγοράκι μου, τον Μοχάμεντ. Μπήκαμε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης και ελπίζαμε να εγκατασταθούμε στη Γερμανία. Ωστόσο, ο Θεός ή η μοίρα, δεν ξέρω, αποφάσισαν ότι η Πορτογαλία θα γίνει η καινούργια μας πατρίδα. Ελπίζω να πάνε όλα καλά. Δεν με νοιάζει για μένα, νοιάζομαι μόνο για το μέλλον των παιδιών μου. Ο γιος μου ο Μουλάμ είναι 9 χρονών και δεν έχει πάει ποτέ σχολείο, δεν ξέρει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να έχουν όλα μου τα παιδιά πρόσβαση στην εκπαίδευση. Δεν φύγαμε από τη χώρα μας επειδή ήμασταν φτωχοί ή πεινούσαμε αλλά για να σωθούμε από τον πόλεμο. Το μόνο που θέλουμε είναι μια αξιοπρεπή ζωή. Η αξιοπρέπεια είναι το πιο σημαντικό πράγμα για έναν άνθρωπο. Τώρα που οι περιπέτειές μας τελειώνουν, έχω τόσες αναμνήσεις, άλλες άσχημες, άλλες καλές. Μια αγαπημένη μου ανάμνηση είναι η Ελλάδα και οι Έλληνες. Είστε τόσο καλοί και γενναιόδωροι μαζί μας. Δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ”.

Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

 

Ο Αχμέντ, 23 από το Ιράκ

 

«Ήρθα στην Ελλάδα πριν από 7 μήνες και τώρα είμαι έτοιμος να γυρίσω στη Βαγδάτη Είμαι επαγγελματίας κομμωτής και αποφάσισα να αφήσω το Ιράκ με τη ελπίδα μιας καλύτερης ζωής στην Ευρώπη, για μένα και τη σύζυγό μου. Αν κι εκείνη τα κατάφερε να φτάσει στη Γερμανία, εγώ εγκλωβίστηκε στην Ελλάδα. Στην αρχή δούλεψα ως κομμωτής όμως καθώς περνούσε ο καιρός, βρέθηκα με ελάχιστες επιλογές και ευκαιρίες. Έτσι άρχισα να αναζητώ τρόπους να γυρίσω πίσω στο Ιράκ.

Τότε ήταν που έμαθα, μέσω φίλων μεταναστών, για το πρόγραμμα των Εθελούσιων Επιστροφών, το οποίο υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας και σύντομα αποφάσισα ότι αυτή ήταν η κατάλληλη επιλογή για μένα. Θέλω να γυρίσω πίσω και να δω τους γονείς μου που ζουν στη Βαγδάτη. Επίσης, θα φέρω πίσω και τη σύζυγό μου από την Γερμανία, αν και έχει πάρει γερμανικό διαβατήριο.

Είμαι πολύ χαρούμενος επίσης, γιατί οι άνθρωποι του ΔΟΜ με ενημέρωσαν ότι μπορώ να ενταχθώ και στο πρόγραμμα Επανένταξης, χάρη στο οποίο θα λάβω επιπλέον βοήθεια και στήριξη αφού γυρίσω στην πατρίδα του. Επιτέλους θα έχω το δικό μου κομμωτήριο! Μαζί με τη σύζυγό μου θα αρχίσουμε μια νέα ζωή στο Ιράκ και αργότερα, θα κάνουμε και οικογένεια. Άλλωστε είμαστε ακόμα πολύ νέοι. Εύχομαι να καταφέρω να επισκεφτώ ξανά την Ελλάδα, καθώς όλοι εδώ ήταν πολύ καλοί μαζί μου, συμπεριλαμβανομένων και των εργαζομένων του ΔΟΜ. Μόνο που ελπίζω την επόμενη φορά, να έρθω ως τουρίστας»!

 

 

 

 

 

 

 

Αμπάς, Σίρουα, Μοχάμαντ και Τίνα από το Ιράκ

 

«Περίπου στο μέσον της διαδρομής, το σκάφος άρχισε να παίρνει νερά και σύντομα σταμάτησε να λειτουργεί. Είχαμε τρομοκρατηθεί», θυμάται ο Αμπάς για το επικίνδυνο πέρασμα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας τον Μάρτιο του 2016. Ευτυχώς, η ακτοφυλακή έσπευσε να διασώσει τους πρόσφυγες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Αλεξανδρούπολη.

Έναν μήνα χρειάστηκε ο Αμπάς μαζί με τη σύζυγό του, Σίρουα και τα δυο τους παιδιά, τον Μοχάμεντ και την Τίνα για να φτάσουν από το Κιρκούκ του Ιράκ στις τουρκικές ακτές. Ο συνδυασμός συγκρούσεων μεταξύ τοπικών φυλών αλλά και η παρουσία δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους σήμαινε ότι η μοναδική επιλογή της οικογένειας Κούρδων ήταν η φυγή. Όπως τόσοι άλλοι, ήλπιζαν να φτάσουν στη Γερμανία, τη Γαλλία ή το Βέλγιο. Ωστόσο, την εποχή που έφτασαν στην Ελλάδα, τα ευρωπαϊκά σύνορα έκλειναν. Έπρεπε να επανεκτιμήσουν την κατάστασή τους.

«Μάθαμε για το πρόγραμμα μετεγκατάστασης από άλλους πρόσφυγες. Δυο μήνες μετά από την άφιξή μας, μετακομίσαμε σε διαμέρισμα στην Αθήνα, περιμένοντας να μετεγκατασταθούμε», λέει ο Αμπάς. Η μεγάλη μέρα έφτασε και η οικογένεια είναι έτοιμη να ταξιδέψει για Νορβηγία. Στην ερώτηση «πώς αισθάνεστε γι’ αυτό», το πρόσωπο του Αμπάς φωτίζεται ακαριαία: «είμαστε τόσο χαρούμενοι!» λέει. «Ήμουν σιδεράς στο Ιράκ κι ελπίζω να βρω παρεμφερή δουλειά στη Νορβηγία. Το μόνο που θέλουμε είναι μια ήρεμη και ασφαλή ζωή. Όπως και μόρφωση για τα παιδιά μας».

«Αλλά και οι Έλληνες ήταν πολύ καλοί μαζί μας, επίσης», προσθέτει η Σίρουα. «Και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι από τη βοήθεια που μας παρείχε ο ΔΟΜ καθ’ όλη τη διαδικασία της μετεγκατάστασης». Ο γιος της, ο 10χρονος Μοχάμεντ, τη διακόπτει – και μάλιστα στα ελληνικά: «Χαίρομαι πολύ που θα πάμε στη Νορβηγία, θέλω να πάω στο σχολείο. Δεν έχω πάει ποτέ σχολείο, μόνο εδώ στην Ελλάδα πήγα και μου αρέσουν πολύ τα μαθηματικά»! Η μητέρα του σχολιάζει ότι στην πραγματικότητα, του αρέσει πιο πολύ το ποδόσφαιρο και ο Μοχάμεντ χαχανίζει, καθώς η οικογένεια ποζάρει για τη φωτογραφία.

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Γερμανία, Ραφάτ Αλ-Γκαζάουϊ

 

«Γεννήθηκα το 1993 στην Νταράα της Συρίας», λέει ο Ραφάτ, κρατώντας την κορούλα του στην αγκαλιά του. Είναι η πόλη όπου ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές που θα οδηγούσαν στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας το 2011.

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Ραφάτ, επαγγελματίας μάγειρας, παρακολουθεί τη συνεδρία πολιτισμικού προσανατολισμού στα γραφεία του ΔΟΜ Ελλάδας στην Αθήνα, στα πλαίσια του προγράμματος μετεγκατάστασης της ΕΕ. Μαζί με τη σύζυγο του, την 21χρονη Αϊάτ, τα παιδιά τους Μπισάμ, 4 ετών και Μοχάμεντ, 2 ετών όπως και με τον 13χρονο Μοχάμεντ -συγγενή της Αϊάτ- θα ταξιδέψουν για τη Γερμανία. Ο μικρότερος αδερφός του Ραφάτ βρίσκεται ήδη εκεί και τους περιμένει.

«Φτάσαμε στη Λέσβο στις 19 Μαρτίου 2016, μόλις μια ήμερα πριν από την εφαρμογή τη συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Αρχικά, μας κατέγραψαν λανθασμένα ως αφιχθέντες στις 23 Μαρτίου, πράγμα που σήμαινε ότι δεν θα πληρούσαμε της προϋποθέσεις για το πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Ευτυχώς όμως, το μπέρδεμα λύθηκε σύντομα και σε λίγες μέρες βρεθήκαμε σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, το προσωπικό του ΔΟΜ Ελλάδας μάς στήριξε και μας βοήθησε. Ο ρυθμός ήταν καλός, τελειώσαμε με τις ιατρικές εξετάσεις γρήγορα», συνεχίζει. «Ανυπομονούμε να κάνουμε μια νέα αρχή στη Γερμανία. Εκεί θα είμαστε ασφαλείς, μακριά από τις βόμβες και τις σφαίρες στην πατρίδα μας. Το μόνο που θέλω είναι να προστατέψω τα παιδιά μου, γι’ αυτό φύγαμε. Για να τα σώσουμε από τον πόλεμο και να τους προσφέρουμε μια ευκαιρία στη μόρφωση, μια ευκαιρία να ζήσουν».

 

 

 

 

Η οικογένεια του Καλέντ Αλάζο 

 

«Ξέρετε που θα ήθελα πραγματικά να μετεγκατασταθώ; Στην Κύπρο!» λέει ο Καλέντ με μάτια που λάμπουν. «Έχει ωραίο κλίμα, είναι όμορφο μέρος αλλά ξέρετε ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα; Ότι θα ξυπνάω κάθε πρωί, θα παίρνω μια βαθιά ανάσα και θα μυρίζω το άρωμα της αγαπημένης μου Συρίας, στην άλλη πλευρά της θάλασσας».

Ο Καλέντ, 32 χρονών και οικοδόμος από τη Χάμα της Συρίας έφτασε στη Χίο τον Μάρτιο του 2016 μαζί με τη σύζυγό του Χαϊάμ και τα παιδιά τους, Σουλεϊμάν, Αμίνα και Χάμζα. Μετά από έναν μήνα στο λιμάνι του Πειραιά η οικογένεια μεταφέρθηκε στο κέντρο διαμονής στον Άγιο Ανδρέα. Δεν τον πειράζει που σήμερα είναι τελευταίος στη σειρά για να παραλάβει το χειμερινό εξοπλισμό. Εξηγεί ότι η οικογένειά του έχει αρκετούς λόγους να νιώθει ευγνωμοσύνη: κατά τη διαμονή τους στον Άγιο Ανδρέα, αντιμετώπισαν απρόοπτα προβλήματα υγείας. «Ευχαριστούμε τους εργαζόμενους του ΔΟΜ για τη βοήθειά τους, σε μια περίοδο μεγάλου άγχους για μας. Μας στήριξαν, μας βοήθησαν με το νοσοκομείο, με τη φαρμακευτική περίθαλψη, σε όλα», λέει ο Καλέντ. Επίσης, τρεις μήνες νωρίτερα η Χαϊάμ έφερε στον κόσμο το τέταρτο παιδί της οικογένειας, τον Μαλάκ. Το προσωπικό του ΔΟΜ τη στήριξε επίσης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της.

Και πώς είναι η ζωή στο ξενοδοχείο; «Μετά από τόσο καιρό στη σκηνή, είναι πολύ ωραία και άνετα», λέει ο Καλέντ καθώς τα παιδιά του παίζουν στο μικρό αλλά φιλόξενο δωμάτιο. Σύντομα, συζητάμε για τα μελλοντικά σχέδια της οικογένειας, που έχει ήδη μπει στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Ο γαμπρός μου είναι ήδη στη Γερμανία και η αδερφή μου έχει κάνει αίτηση για οικογενειακή επανένωση. Έτσι, θα θέλαμε να είμαστε όλοι μαζί. Αν όχι, τότε σίγουρα επιλέγω την Κύπρο!»

 

 

 

 

Αλαντίν, 32, από το Χαλέπι 

 

Όταν ο Αλαντίν διέφυγε από το Χαλέπι τη Συρίας τον Φεβρουάριο του 2016, άφηνε πίσω τη σύζυγο και τη νεογέννητη κόρη του. Σκοπός του ήταν να ανοίξει το δρόμο για εκείνες για μια ασφαλέστερη ζωή στην Ευρώπη. Σήμερα, σχεδόν 11 μήνες αργότερα, είναι μεταξύ του πρώτου γκρουπ –για το 2017– των επωφελούμενων που θα μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα στην Πορτογαλία, στο πλαίσιο του προγράμματος μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας.

Αφού έφτασε στη Λέσβο και αργότερα στο λιμάνι του Πειραιά, ο Αλαντίν γνώρισε μια οικογένεια Ελλήνων, οι οποίοι του πρόσφεραν φιλοξενία στο σπίτι τους και του ζήτησαν να βοηθήσει εθελοντικά ως μεταφραστής, συμβάλλοντας στην επίλυση διαφόρων προβλημάτων του προσφυγικού πληθυσμού που έμενε εκείνη την εποχή στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Ήταν η τέλεια επιλογή, δεδομένου ότι είναι πολύγλωσσος: «Μιλάω άπταιστα αγγλικά και αραβικά ενώ επιπλέον μιλάω στοιχειώδη ελληνικά, πορτογαλικά και κινέζικα». Βάζει τα γέλια με την έκπληξή μας: «Πριν τον πόλεμο στη Συρία είχα κατάστημα καλλυντικών και ταξίδευα συχνά στην Κίνα για να εισάγω προϊόντα, έτσι έμαθα τη γλώσσα γιατί διαπίστωσα ότι βοηθούσε πολύ». Βέβαια, δεν είναι καθόλου συνηθισμένος καταστηματάρχης: «Έχω πτυχίο στις τηλεπικοινωνίες και σπούδαζα οικονομικά, αλλά δεν πρόλαβα να τελειώσω».

Αφού δούλεψε αρκετούς μήνες ως εθελοντής μεταφραστής σε διάφορα κέντρα διαμονής στην Αττική, βρήκε κανονική δουλειά σε μια ΜΚΟ, αναμένοντας να μετεγκατασταθεί. «Η διαδικασία παίρνει αρκετό χρόνο και νιώθω ότι έχω βάλει τα όνειρά μου στην αναμονή», λέει. «Ξέρω ότι πηγαίνω σε μια πανέμορφη χώρα με καλούς ανθρώπους. Έχω πολλά προσόντα και θα ήθελα να αρχίσω να εργάζομαι το συντομότερο δυνατό. Θα ήθελα πολύ να δουλέψω ως μεταφραστής, έχω πια μεγάλη επαγγελματική εμπειρία και βαθιά γνώση του προσφυγικού ζητήματος. Ειλικρινά, αν είχα την ευκαιρία να δουλέψω για έναν οργανισμό όπως ο ΔΟΜ, θα ήταν εξαιρετική αρχή για μένα!» λέει χαμογελώντας πλατιά.

 

 

 

 

 

Ράμα, 12 ετών 
 

“Θέλω να μάθω τα πάντα! Ανάγνωση, γραφή, ζωγραφική, όλα!” λέει η 12χρονη Ράμα από τη Συρία, που μένει πλέον με την οικογένειά της στο Κέντρο Φιλοξενίας Προσφύγων στα Τρίκαλα.

Η απόφαση να φύγουν από το Χαλέπι ήταν πολύ δύσκολη για τη μητέρα της, τη Φατίμα. “Υποσχέθηκα στα παιδιά μου ότι θα έχουν ένα καλύτερο μέλλον και ότι θα μπορέσουν να πάνε και πάλι στο σχολείο στην Ευρώπη”, λέει.

Η Σούντος, η 9χρονη κόρη της, εμφανώς ανυπόμονη και ενθουσιασμένη μπαίνει στην κουβέντα μας: “Θέλω να μάθω πολλές γλώσσες! Είμαι τόσο χαρούμενη που θα πάω στο σχολείο και θα παίζω με τους Έλληνες φίλους μου”.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Φουάντ, ο Μοχάμεντ και ο Χάμζα από τη Συρία

 

Είναι το τελευταίο γκρουπ Σύρων προσφύγων που πρόκειται να ταξιδέψουν από την Ελλάδα για το 2016, στα πλαίσια του προγράμματος μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προορισμός: Νορβηγία. Ανάμεσα στα 33 άτομα που παρακολουθούν τη συνεδρία πολιτισμικού προσανατολισμού στα γραφεία του ΔΟΜ στην Αθήνα, ο Φουάντ και ο Μοχάμεντ μοιάζουν ιδιαίτερα ευδιάθετοι και συνεχώς αστειεύονται με τον κρύο νορβηγικό χειμώνα που τους περιμένει, προκαλώντας το γέλιο όλων.

Ο  ηλεκτρολόγος Φουάντ έφτασε στη Λέσβο από το Χαλέπι πριν από εννιά μήνες, αφού πέρασε έξι μήνες στην Τουρκία. Σε ένα κέντρο υποδοχής έξω από τη Θεσσαλονίκη γνώρισε τον κεραμοποιό Μοχάμεντ από την Ντέιρ Εζ-Ζορ, που βρίσκεται στην Ελλάδα περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα, συνοδεύοντας τον 8χρονο ανιψιό του, τον Χάμζα. Οι δύο νέοι άντρες έγιναν καλοί φίλοι και η τύχη τα έφερε να συνεχίσουν παρέα το ταξίδι τους προς μια νέα ζωή στη Νορβηγία.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που φεύγουμε, τουλάχιστον θα ξεκουραστούμε επιτέλους, θα νιώσουμε λίγο καλύτερα», λέει ο Φουάντ. Και για τους δύο, βασική προτεραιότητα είναι να μάθουν τη γλώσσα και να εργαστούν το συντομότερο δυνατό. «Θα ήθελα επίσης να σπουδάσω», λέει ο Μοχάμεντ ενώ ο Φουάντ κουνάει το κεφάλι του σαν να συμφωνεί. Ο μικρός Χάμζα, που παίζει δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τρέχει στην αγκαλιά του Μοχάμεντ. Ορφανός από πατέρα, έκανε το επικίνδυνο ταξίδι με το θείο του. Σήμερα, ελπίζουν να καταφέρουν να φέρουν τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Νορβηγία. Πώς νιώθει ο Χάμζα για το επικείμενο ταξίδι; «Δεν θέλω να πάω στη Νορβηγία, αλλά θα πάω, θα έχει πολύ χιόνι».

Ο Φουάντ μάς αποχαιρετά λέγοντας χαρούμενα: «να μας φέρετε σε επαφή με τους συναδέλφους σας στη Νορβηγία, ώστε να έχουμε ήδη φίλους εκεί να μας περιμένουν»!

 

 

 

 

Χαϊφάτ, Σάρα & Μοχάμεντ

 

Η Χαϊφάτ περπατάει πάνω κάνω ανήσυχα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα παράθυρα του διοικητηρίου του κέντρου υποδοχής των Τρικάλων. Σε λίγες ώρες τα δύο από τα τρία της παιδιά, η Σάρα και ο Μοχάμεντ, 10 και 9 χρονών αντίστοιχα, θα ξαναπάνε στο σχολείο για πρώτη φορά μετά από χρόνια και το προσωπικό του ΔΟΜ Ελλάδας βρίσκεται εκεί για να καταγράψει τους νέους μαθητές και να μοιράσει τον απαραίτητο σχολικό εξοπλισμό.

«Χαίρομαι πάρα πολύ για τα παιδιά μου καθώς θεωρώ ότι η εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα σημαντική», λέει η Χαϊφάτ. «Πάνε δέκα μήνες που ήρθαμε στην Ελλάδα και στο μεταξύ, προσπαθώ να διδάσκω στα παιδιά ό,τι μπορώ από μόνη μου και επίσης, προσπαθώ να βελτιώσω τα αγγλικά μου».

Η Χαϊφάτ διέφυγε από το Χαλέπι μαζί με το σύζυγο και τα τρία της παιδιά έναν χρόνο πριν. Η οικογένεια έφτασε στη Λέσβο και από εκεί μετακινήθηκαν σε διάφορα κέντρα υποδοχής ανά την επικράτεια μέχρι να εγκατασταθούν εντέλει εδώ, 4 μήνες πριν. «Οι άνθρωποι είναι καλοί στα Τρίκαλα, έχουμε κάνει φίλους. Ωστόσο, πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο για την οικογένειά μου να μετακομίσουμε στην Ολλανδία ή τη Νορβηγία, όπου έχουμε ήδη συγγενείς».

Η Σάρα και ο Μοχάμεντ τριγυρίζουν τη μητέρα τους καθώς περιμένουν να παραλάβουν τις χρωματιστές τους τσάντες. «Πήγα στο σχολείο στη Συρία για έναν χρόνο περίπου», λέει η Σάρα. «Μου αρέσει πολύ που θα ξεκινήσω πάλι, θα ήθελα να μάθω αγγλικά, όλες τις γλώσσες του κόσμου! Επίσης, θα ήθελα να ζωγραφίζω και να κάνω καινούργιους φίλους». Ο Μοχάμεντ είναι κάπως πιο συγκρατημένος: «Θέλω πολύ να ξεκινήσω το σχολείο αύριο αλλά θέλω να δω πώς θα είναι πριν να πω κάτι, δεν ξέρω αν θα μου αρέσει ή όχι. Μου λείπει η αίθουσα αλλά αυτό που πραγματικά θέλω είναι να παίξω ποδόσφαιρο».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

Ο Ζαχίντ από το Πακιστάν

 

Όταν ο Ζαχίντ ξεκίνησε από την πατρίδα του, το Πακιστάν, κυνηγούσε το όνειρο μιας καλύτερης ζωής στην Ευρώπη. Μετά από μια μεγάλη και επικίνδυνη διαδρομή που έκανε κατά βάση με τα πόδια και περιστασιακά με κάποιο όχημα, ο Ζαχίντ έφτασε στη Λέσβο. 12 μέρες αργότερα βρέθηκε στην Κρήτη, κάνοντας αγροτικές εργασίες.

«Ήταν δύσκολα τα πράγματα, πότε είχα δουλειά και πότε όχι», λέει, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα. Στα 24 του, ο νεαρός άντρας βρέθηκε παγιδευμένος στην Ελλάδα, χωρίς έσοδα και χωρίς επιλογές. Ήταν τότε που έμαθε – μέσω ενός γνωστού του – για τα προγράμματα Εθελοντικής Επιστροφής και Επανένταξης, μια από τις σημαντικότερες δραστηριότητες του ΔΟΜ. «Το προσωπικό ήταν πολύ εξυπηρετικό και ευγενικό. Χάρη στο πρόγραμμα επανένταξης, θα μπορέσω να ανοίξω ένα μικρό μπακάλικο μαζί με τα αδέρφια μου».

Το γραφείο του ΔΟΜ στην Ελλάδα από το 2010 έχει βοηθήσει περισσότερους από 30.000 υπηκόους τρίτων χωρών να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Παράλληλα, έχει στηρίξει πάνω από 3.200 επιστρέφοντες να υλοποιήσουν εξατομικευμένα σχέδια επανένταξης και να δημιουργήσουν συνθήκες βιωσιμότητας για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

 

 

 

 

 

Τζουάν, 12 ετών

             

“Έπαιξα ντραμς σήμερα με τους μουσικούς και τραγούδησα δύο τραγούδια! Μου άρεσαν περισσότερο αυτοί που έπαιζαν τρομπέτα. Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω κι εγώ μουσικός, να γίνω μαέστρος!”, λέει ο 12χρονος Τζουάν από τη Συρία κουνώντας τα χέρια του όπως ο μαέστρος μπροστά από την ορχήστρα του.

“Πηγαίνω στο ελληνικό σχολείο και μου αρέσει πολύ. Σήμερα παίξαμε μουσική και ήταν πολύ ωραία”, μας λέει με χαρά. Τον συναντήσαμε στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων Λαυρίου την ημέρα που η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και οι μουσικοί της διοργάνωσαν ένα μουσικό εργαστήρι για να γνωρίσουν τα παιδιά τα μουσικά όργανα και τα μουσικά είδη.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σακίλ, 34 και Μαζάρ, 26, από το Πακιστάν     

 

Ο Σακίλ και ο Μαζάρ, δύο νεαροί άντρες από το Πακιστάν, άφησαν τη χώρα τους έναν χρόνο πριν με την ελπίδα να εργαστούν στην Ευρώπη ώστε να βοηθήσουν τις οικογένειές τους.

«Πήρα το πλοίο από το Καράτσι για το Ιράν και ύστερα περπάτησα μέχρι την Τεχεράνη. Από εκεί, έφτασα στην Τουρκία, κυρίως περπατώντας. Μου πήρε 17 μέρες να φτάσω στην Κω, στην Ελλάδα. Μου φάνηκαν ατέλειωτες», εξηγεί ο Μαζάρ, που άφησε στο Πακιστάν την 4χρονη κορούλα του.

Το ταξίδι του Σακίλ από τη Λαχόρη δεν διέφερε και πολύ. «Χάρηκα όταν έφτασα στην Ελλάδα αλλά στάθηκε αδύνατο να βρω δουλειά, όσο κι αν προσπάθησα», λέει. Ο Μαζάρ ήταν πιο τυχερός, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. «Βρήκα δουλειά στη Σκάλα Λακωνίας, αγροτικές εργασίες, αλλά δεν πληρώθηκα ποτέ για τον κόπο μου. Κατέληξα στην Αθήνα όπου έμενα τρεις μήνες στους δρόμους, άστεγος». Οι δύο άντρες, χωρίς δουλειά και στέγη, άρχισαν να απελπίζονται καθώς ένιωθαν παγιδευμένοι στην Ελλάδα, χωρίς κανέναν τρόπο να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Μέχρι που έμαθαν από κάποιους συμπατριώτες τους για το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων Μέτρων Επανένταξης» του ΔΟΜ.

Ο Σακίλ χτυπάει το στήθος του στο μέρος της καρδιάς καθώς λέει με ενθουσιασμό: «χαίρομαι τόσο πολύ που γυρίζω πίσω, δεν μπορώ να περιμένω! Χάρη στη βοήθεια του ΔΟΜ, όχι μόνο θα μπορέσω να ξαναδώ το γιο μου, στο Πακιστάν, αλλά θα λάβω και ένα χρηματικό βοήθημα ώστε να φτιάξω μια μικρή φάρμα». Ο Σακίλ και ο Μαζάρ είναι επωφελούμενοι των μέτρων επανένταξης, βοήθεια που διαμορφώνεται με βάση τις προσωπικές ανάγκες των επωφελούμενων. «Χάρη στο πρόγραμμα επανένταξης θα μπορέσω να αγοράσω δύο αγελάδες μαζί με τον αδερφό μου», λέει ο Μαζάρ. «Επίσης, ελπίζω να ξαναβρώ δουλειά ως καραβομαραγκός, που ήταν η τέχνη μου πριν να έρθω στην Ευρώπη».

 

 

 

 

 

 

Αμίρ, Αχμάντ & Ραντ

 

Εδώ και έναν μήνα, η 28χρονη Αμίρ από το τη Συρία έμαθε ότι η οικογένειά της επιλέχθηκε για μετεγκατάσταση στη Γερμανία. 

Η Αμίρ άφησε την πατρίδα της, το Χαλέπι, μαζί με το σύζυγό της, τον Αχμάντ και την τετράχρονη κόρη τους, Ραντ, για να γλιτώσουν από τον πόλεμο – η μητέρα της είναι ακόμα παγιδευμένη εκεί. Στις 13 Μαρτίου 2016 η οικογένεια έφτασε στη Χίο με μια πλαστική βάρκα και σύντομα βρέθηκε στα Διαβατά ελπίζοντας να ανοίξουν τα σύνορα. Αφού έκαναν αίτηση για άσυλο, μετακόμισαν σε διαμέρισμα και μπήκαν στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται από τον ΔΟΜ. Κατά τη διάρκεια των τυπικών ιατρικών εξετάσεων εντοπίστηκε ότι ο Αχμάντ πάσχει από βαρύ καρδιακό νόσημα. Ο Άχμαντ, μαραγκός στο επάγγελμα, παραπονιόταν για πόνους στο στήθος από τότε που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη αλλά στο νοσοκομείο που επισκέφτηκε του είπαν ότι η κατάστασή του δεν ενέπνεε ανησυχία. Η Αμίρ πιστεύει ότι ο πόλεμος και οι ταλαιπωρίες του ταξιδιού προκάλεσαν το καρδιακό πρόβλημα του 31χρονου συζύγου της.

Σήμερα, προτεραιότητα της Αμίρ είναι η καρδιοχειρουργική επέμβαση που θα γίνει στο σύζυγό της: «στο νοσοκομείο στην Αθήνα μάς πρότειναν να χειρουργηθεί εδώ αλλά αποφασίσαμε να γίνει η επέμβαση στη Γερμανία, αφού έτσι κι αλλιώς θα μετακομίσουμε εκεί». Η Γερμανία είναι η γη της επαγγελίας για χιλιάδες Σύρους πρόσφυγες, ωστόσο η Αμίρ δεν τους συμμερίζεται: «για να είμαι ειλικρινής, θα προτιμούσα να πάμε στη Σουηδία ώστε να συνεχίζω τις σπουδές μου στη βιολογία». Δεν γνωρίζει ακόμα σε ποια πόλη η οικογένειά της θα βάλει τα θεμέλια για τη νέα της ζωή: «θα το μάθουμε σήμερα, στη συνεδρία πολιτισμικού προσανατολισμού του ΔΟΜ. Το μόνο που θέλω είναι να φτάσουμε, να αποκατασταθεί η υγεία του συζύγου μου, να μάθω τη γλώσσα και να βρω δουλειά». Η Αμίρ δεν σπατάλησε το χρόνο της στην Ελλάδα: έκανε μαθήματα ελληνικών (ήδη μιλάει άπταιστα αγγλικά) και συνεργάστηκε, μάλιστα, με το περιοδικό Time σε ρεπορτάζ για την Ελλάδα: «παρείχα υπηρεσίες μετάφρασης αλλά σιγά-σιγά ανέλαβα και άλλες αρμοδιότητες. Μου άρεσε πολύ αυτή η εμπειρία κι ελπίζω να συμβάλει ώστε να βρω δουλειά στη Γερμανία».

 

 

 

 

 

 

Μαρί, 10 ετών

 

“Αγαπάω όλους τους δασκάλους μου, όλους τους φίλους μου στην Ελλάδα! Στο σχολείο μαθαίνουμε Ελληνικά, Αγγλικά, μαθηματικά και όταν βγαίνουμε για διάλειμμα παίζουμε μπάλα”, μας λέει η 10χρονη Μαρί από την Παλαιστίνη. “Μου αρέσει πάρα πολύ και η μουσική. Τo αγαπημένο μου μουσικό όργανο είναι η κιθάρα”.

Εδώ και μερικούς μήνες η Μαρί μένει με την οικογένειά της στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων Λαυρίου και πρόσφατα ξεκίνησε να πηγαίνει καθημερινά στο Δημοτικό σχολείο και να παρακολουθεί μαθήματα. 

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

Αχμέντ Γιακούμπ

 

Ο Αχμέντ Γιακούμπ από τη Συρία μένει 13 μήνες πια στο Λουξεμβούργο μαζί με την οικογένειά του. Το διαμέρισμά τους – το δεύτερο στη σειρά, μετά από σύντομη διαμονή σε κέντρο υποδοχής – βρίσκεται σε ένα όμορφο προάστιο, το Beaufort, όχι μακριά από το δάσος.

Στις 15 Νοεμβρίου 2015, μαζί με την πρώτη ομάδα του προγράμματος μετεγκατάστασης, ξεκίνησαν από την Ελλάδα για Λουξεμβούργο. Ήταν από τις πρώτες οικογένειες που επωφελήθηκαν από το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υλοποιείται σε συνεργασία με το ΔΟΜ. Από την Αθήνα η πενταμελής οικογένεια πέταξε για Βρυξέλλες και από εκεί με λεωφορείο έφτασαν στο Λουξεμβούργο. Προσωπικό του ΔΟΜ τους συνόδευσε στο ταξίδι τους και από τότε η επαφή με τον Οργανισμό συνεχίζεται, είτε τηλεφωνικά είτε μέσω διαδικτύου. Εξάλλου, η επικοινωνία με ανθρώπους στην Ελλάδα είναι εύκολη: ο Αχμέντ έμενε δέκα χρόνια στην Ελλάδα, όπου δούλευε σε βιοτεχνία ενδυμάτων πριν γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Στην Ελλάδα γύρισε ξανά, αυτή τη φορά για να σώσει την οικογένειά του από τον πόλεμο. Στην Ελλάδα γεννήθηκε και ο γιος τους, ο Μοχάμεντ. Μιλάει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και αγαπά τα ελληνικά λαϊκά τραγούδια.

Ένα χρόνο μετά, στελέχη του ΔΟΜ συνάντησαν και πάλι τον Αχμέντ, τη σύζυγό του Αμίνα και τα τρία παιδιά τους. Είναι πολύ ευχαριστημένοι από τη ζωή τους στο Λουξεμβούργο, ιδίως με τις παροχές στην υγεία και την εκπαίδευση: τα παιδιά γράφτηκαν αμέσως στο σχολείο και ήδη μιλούν λουξεμβουργιανά, γαλλικά και γερμανικά. Όσο για τους γονείς, προς το παρόν μαθαίνουν καλά τα γαλλικά ώστε να μπορέσουν το συντομότερο να εργαστούν. Είναι όλοι πολύ χαρούμενοι και ικανοποιημένοι και πλέον έχουν το  δικαίωμα να καταθέσουν αίτημα μεταφοράς της μητέρας της Αμίνα από τη Συρία στο Λουξεμβούργο.

Το φιλόξενο σπίτι τους είναι πάντα ανοιχτό στους ανθρώπους της ελληνικής αποστολής του ΔΟΜ. Εξάλλου, ο Αχμέντ θέλει να εξασκεί τα ελληνικά του και να έρθει ξανά στην Ελλάδα στην πρώτη ευκαιρία.

 

 

 

Χάμζα, 10 ετών

 

Ο Χάμζα είναι 10 ετών και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι και το σχολείο του στο Ντέιρ αλ-Ζορ της Συρίας. Σήμερα μένει με την οικογένειά του σε ένα από τα Ανοιχτά Κέντρα Φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα.

“Έπρεπε να σταματήσω το σχολείο πέρυσι, αλλά τώρα ξεκίνησα πάλι. Ελπίζω να μπορέσω να γίνω πιλότος μια μέρα. Μιλάω Αγγλικά αλλά πρέπει να διαβάζω περισσότερο,” λέει ο Χάμζα. Παρακολουθεί μαθήματα στο Δημοτικό σχολείο στην Ελλάδα και λέει με χαμόγελο ότι “το σχολείο είναι πάντα ωραίο!”.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

Adbalsalam Yassouf, κέντρο φιλοξενίας στις Θερμοπύλες, Ελλάδα

 

"Θέλω να τρέφομαι από αυτά που καλλιεργώ. Θέλω να βοηθήσω τους άλλους και όχι να ζητήσω βοήθεια. Έχω μάθει στη ζωή μου και στο χωριό μου να τα κάνω όλα μόνος μου. Αλλά με τον πολέμο έκλεψαν τα πάντα από μένα. Συνήθιζα να τα έχω όλα: κτίρια, χρήματα κ.λπ., αλλά κατά τη διάρκεια του πολέμου χάσαμε τα πάντα. Οι άνθρωποι σκοτωνόντουσαν δίπλα μας, τα κτίρια καταρρέαν. Είμαι άρρωστος, αλλά συνεχίζω να προσπαθώ με τις καλλιέργειες αυτές να παράγω κάτι και να βοηθήσω άλλους ανθρώπους. Προτιμούμε να βλέπουμε τα κηπευτικά μας να βγάζουν καρπούς. Για μένα και την οικογένεια μου ένα κρεμμύδι και ένα κομμάτι ψωμί είναι αρκετά, αρκεί να προέρχονται από τη δική μου καλλιέργεια.

Θα συνεχίσω να προχωράω, καθώς η ζωή συνεχίζεται και χρειάζομαι να αισθάνομαι ότι με αυτούς τους τομείς κάνω κάτι σημαντικό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά ο Θεός πάντα μας βοηθάει και είμαστε καλά ... Πρέπει να ζούμε με αξιοπρέπεια ... Είμαστε ευγνώμονες σε σας και τον ΔΟΜ, γιατί να μας βοηθάτε, βοηθάτε τους ανθρώπους εδώ στο κέντρο φιλοξενίας. Δόξα τω Θεώ και σας ευχαριστώ για τα πάντα ... "

Ως απάντηση στη μεταναστευτική και προσφυγική κρίση της ΕΕ και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η επιδείνωση της κατάστασης της έκτακτης ανάγκης στην Ελλάδα, ο ΔΟΜ Ελλάδας υλοποιεί το έργο “Emergency Support to Assist Most Vulnerable Migrants Stranded In Greece”, που χρηματοδοτείται από τη Γενική Διεύθυνση "Μετανάστευση και Εσωτερικές υποθέσεις" της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Άσυλο, τη Μετανάστευση και το Ταμείο Ένταξης έκτακτης βοήθειας (AMIF). Το έργο απευθύνεται σε ευάλωτους μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα. Περισσότερες πληροφορίες: https://greece.iom.int/en/emergency-operations-unit

 

 

 

 

Αμάλ, 11 & Άσαντ, 12 ετών

 

Βρίσκεται μόλις εννέα μήνες στην Ελλάδα και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά ο 12χρονος Άσαντ από το Ιντλίμπ της Συρίας. “Θέλω να γίνω και γιατρός και ποδοσφαιριστής”, μας λέει. Δίπλα του η 11χρονη αδελφή του Αμάλ, που, αν και φοβάται πολύ τις ενέσεις, θα ήθελε να γίνει γιατρός. Τα δύο παιδιά μένουν στο Κέντρο Φιλοξενίας των Θερμοπυλών μαζί τους γονείς και τα τρία αδέλφια τους και ανυπομονούν να πάνε πάλι στο σχολείο.

“Θέλω να μάθω Ελληνικά, Μαθηματικά και Αγγλικά. Θα είμαι με τους φίλους μου στην τάξη, τον Μοχάμεντ, το Σάμερ και τον Ματζίντ”, λέει ο Άσαντ. “Κι εγώ το ίδιο! Θα καθίσω δίπλα στην Σεϊμά”, συμπληρώνει η Αμάλ. Η μητέρα τους, μοιράζεται μαζί μας τη χαρά της που τα παιδιά κάθονται και πάλι στα σχολικά θρανία.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

Jameel Muhammad, 35 ετών, διένυσε 5854 χιλιόμετρα

 

"Κατάγομαι από το Κασμίρ, στο Πακιστάν. Το 2001-2002 με την κρίση μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας οι βόμβες και οι εκρήξεις ήταν η καθημερινότητά μας. Το 2002 η κατάσταση επιδεινώθηκε με τις βόμβες να σκάνε δίπλα μας, και έτσι αποφάσισα να φύγω από το Κασμίρ και να πάω σε ένα γειτονικό χωριό για να σωθώ.

Έπειτα από τη λήξη της κρίσης, η οικονομία του Κασμίρ δεν επανήλθε γρήγορα· χρειάστηκε χρόνο, τον οποίο όμως εγώ δεν είχα. Προέρχομαι από μία ενδεκαμελή οικογένεια και οι ανάγκες μας ήταν αυξημένες. Είμαι ο μικρότερος από τα άλλα οκτώ, ήδη παντρεμένα, αδέλφια μου και έπρεπε να υποστηρίξω τους γονείς μου. Το 2006 οι γονείς μου κανόνισαν το γάμο μου, παντρεύτηκα τη γυναίκα μου, και τον Ιούλιο του επόμενου έτους έφυγα για την Ευρώπη.

Έφυγα και είχα μαζί μου ένα σακίδιο πλάτης με λίγα ρούχα, ένα μπουκάλι νερό και λίγα τρόφιμα. Όλα αυτά για μια καινούργια ζωή στην Ευρώπη. Ξεκινήσαμε τον Ιούλιο και διασχίσαμε το Πακιστάν με φορτηγά και λεωφορεία. Ήμασταν περίπου 40 με 50 άτομα από διάφορες χώρες. Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, μεταξύ άλλων. Στο Ιράν ανεβαίναμε από τα βουνά ώστε να μην γίνουμε αντιληπτοί από την Αστυνομία. Την ημέρα κρυβόμασταν και μόλις έδυε ο ήλιος ξεκινούσαμε το ταξίδι μας με τα πόδια. Τα βράδια έκανε πάρα πολύ κρύο στα βουνά. Θυμάμαι φορούσα ένα χοντρό μπουφάν, δύο μπλούζες, δύο παντελόνια και διπλές κάλτσες. Ξαπλώναμε ο ένας δίπλα στον άλλον για να ζεσταθούμε. Πέθαινες από το κρύο!

Ο δρόμος ήταν πολύ δύσκολος και είχαμε πολύ λίγο φαγητό. Οι διακινητές μας έδιναν ελάχιστο φαγητό και εάν δεν είχα μαζί μου λίγα τρόφιμα δεν θα είχα επιζήσει. Ένιωθα το στομάχι μου συνεχώς άδειο. Περπατούσαμε για 15 ημέρες από το Πακιστάν στο Ιράν. Διασχίσαμε το Ιράν κυρίως με τα πόδια. Ήταν πολύ επίπονο και αποθαρρυντικό για τη συνέχιση του ταξιδιού. Φτάσαμε στην Τουρκία και εκεί οι διακινητές μας μετέφεραν ανά πέντε με αμάξια, ώστε να μην μας καταλάβουν. Μείναμε σε ένα σπίτι όλοι μαζί, 40-50 άτομα και έπειτα με φορτηγό στοιβαχτήκαμε και μας μετέφεραν στην Ελλάδα μετά από 15 ημέρες.

Στην Ελλάδα, η ζωή μου τον πρώτο χρόνο δεν ήταν εύκολη. Δεν είχα φίλους, συγγενείς, δεν γνώριζα τη γλώσσα. Για ένα ολόκληρο έτος η καρδιά μου, μου έλεγε να γυρίσω πίσω στη γυναίκα μου, την οποία είχα αφήσει μόλις λίγους μήνες αφότου παντρευτήκαμε. Ήθελα να γυρίσω, να κάνουμε μία νέα αρχή, αλλά δεν τα κατάφερα.Εργάστηκα στην Κρήτη σε θερμοκήπια και σε διάφορες εργασίες στην Αθήνα. Το 2012 έκανα αίτηση ασύλου, το 2016 όμως απορρίφθηκε και πλέον επιστρέφω στην πατρίδα μου.

Χαίρομαι που θα γυρίσω στο Πακιστάν. Με τη βοήθεια του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης θα αγοράσω μία αγελάδα και κατσίκες και θα χτίσω ξανά το στάβλο μου. Θα ζήσω μόνιμα στο Πακιστάν μαζί με την γυναίκα μου. Θα ξεκινήσουμε σύντομα να μεγαλώνουμε την οικογένειά μας και θα φροντίσω τους ηλικιωμένους γονείς μου."

 

 

 

 

Ροχάμ, 7 ετών

 

“Μου αρέσει το σχολείο. Ευχαριστώ!”, μας λέει ο 7χρονος Ροχάμ από την Τεχεράνη, λίγο πριν φύγει με το λεωφορείο για το δημοτικό. “Όχι δεν κουράζομαι από τα μαθήματα. Μόλις γυρνάω από το σχολείο κάνω τις ασκήσεις για την επόμενη μέρα”, λέει ενθουσιασμένος. Τα ελληνικά είναι το αγαπημένο του μάθημα. “Ευχαριστώ!” είπε και πάλι με άψογη προφορά όταν τραβήξαμε τη φωτογραφία του στο Ανοιχτό Κέντρο Φιλοξενίας Προσφύγων.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

Ο Ροχάμ είναι από τους επωφελούμενους του εκπαιδευτικού προγράμματος, μέρος του ευρύτερου σχεδίου “Multi-sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

Μερεβάις, 12 ετών

 

“Είμαι χαρούμενος που πάω σχολείο. Συμπαθώ πολύ τη δασκάλα μου. Μόνο που θα προτιμούσα να έχω πορτοκαλί τσάντα!”.  O Μερεβάις από την Καμπούλ του Αφγανιστάν είναι 12 ετών και βρίσκεται σε ανοιχτή δομή φιλοξενίας προσφύγων στην Αττική του τελευταίους 7 μήνες. Χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πηγαίνει και πάλι σχολείο, αυτή τη φορά στην Ελλάδα.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαμπανέν 7, ετών

 

“Οι καλύτερές μου φίλες ειναι η Σουρούρ, η Νιλουφάρ και η Σαχιμπά και πάμε μαζί στο δημοτικό. Με τη Σουρούρ καθόμαστε στο ίδιο θρανίο!”, μας λέει η 7χρονη Σαμπανέν από το Αφγανιστάν γεμάτη ενθουσιασμό λίγο πριν ξεκινήσει για το σχολείο. Η Σαμπανέν βρίσκεται εδώ και επτά μήνες στην Ανοιχτή Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων στον Ελαιώνα Αττικής.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.