Ιστορίες | International Organization for Migration

Ιστορίες

06/11/2019

«Όταν ζωγραφίζω νιώθω πως ζω σε έναν δικό μου κόσμο. Για μένα η τέχνη είναι μία γλώσσα χωρίς σύνορα…»

Η πρώτη μου επαφή με τη ζωγραφική ήταν μέσω του πατέρα μου, μιας και ο ίδιος είναι επίσης ζωγράφος. Είχα ένα καλό πρότυπο, το οποίο και ακολούθησα. Πιστεύω ότι έχω ταλέντο χάρη στα καλά του γονίδια. Όταν συνειδητοποίησα την αγάπη μου για τη ζωγραφική, ξεκίνησα να κάνω πολλή εξάσκηση και τώρα μπορώ να πω πως είμαι αυτοδίδακτος. Παράλληλα, παρακολουθώ μαθήματα ζωγραφικής, μια ή δυο φορές την εβδομάδα, για να εξελίξω τις γνώσεις και τις δυνατότητές μου.

Η έμπνευσή μου προέρχεται από τα πάντα. Επιλέγω πολλά από τα θέματά μου από φωτογραφίες ή ανθρώπους που βλέπω γύρω μου, από τη φύση που μας περιβάλλει. Μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω γυναικεία πρόσωπα, να κάνω τα πορτρέτα τους. Η ζωγραφική με χαλαρώνει και με αναζωογονεί. Όταν ζωγραφίζω νιώθω πως ζω σε έναν δικό μου κόσμο. Για μένα η τέχνη είναι μία γλώσσα χωρίς σύνορα...Τα αγαπημένα μου υλικά είναι το μολύβι και οι νερομπογιές. Ένα χρώμα που με εμπνέει και μου δίνει θετική ενέργεια είναι το μπλε. Ο αμερικανός ζωγράφος Bob Ross είναι ένας καλλιτέχνης που θαυμάζω πολύ, επειδή έφερε την τέχνη της ζωγραφικής πιο κοντά στο κοινό. Βοηθούσε τους ανθρώπους να αντιληφθούν την ουσία της ζωγραφικής και ενθάρρυνε τον καθένα να προσπαθήσει, να εξερευνήσει, να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του. Πέρα από τη ζωγραφική τοπίων και πορτρέτων, μου αρέσει να σχεδιάζω κτίρια από σπίτια, από μέρη που στεγάζονται άλλοι άνθρωποι. Η ζωγραφική θα με συντροφεύει για μια ζωή. Είναι θέμα επιλογής.

Τώρα είμαι 16 ετών, και κατάγομαι από το Αφγανιστάν. Εν τούτοις, μεγάλωσα στο Ιράν, σε ένα χωριό, το Καράτ, κοντά στην Τεχεράνη, με τους γονείς, την αδελφή και τον αδελφό μου. Πίσω στο Ιράν, δεν είχαμε νόμιμα έγγραφα και δεν μπορούσα να πάω στο σχολείο. Ήρθα μόνος μου στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2017. Έμεινα στην Τουρκία για 9 μήνες, ωσότου έφτασα στη Λέσβο. Εκεί έμεινα για 10 μέρες. Τώρα, εδώ και πάνω από έναν χρόνο, ζω σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις κοντά στην Αθήνα, με την υποστήριξη του ΔΟΜ. Ταυτόχρονα, διατηρώ διαρκή επαφή με την οικογένειά μου, μέσω του κινητού μου και των λογαριασμών μου στα social media.

Μια τυπική μέρα ξυπνάω στις 6 το πρωί, ώστε να έχω χρόνο να κάνω την προσευχή μου και να φάω πρωϊνό. Πηγαίνω στο σχολείο τους τελευταίους 2 μήνες, με το ΚΤΕΛ. Ο στόχος μου είναι να μάθω κάποιες λέξεις στα ελληνικά. Οι δάσκαλοί μου έχουν αποδειχθεί πολύ ευγενικοί και βοηθητικοί. Οι συμμαθητές μου επίσης με στηρίζουν πολύ, ενώ κάποιοι από αυτούς έχουν γίνει και φίλοι μου. Μου αρέσει η ραπ μουσική και το αγαπημένο μου φαγητό είναι τα μακαρόνια. Εδώ αισθάνομαι ασφαλής και ήρεμος. Πρόσφατα ενημερώθηκα για την μεταφορά μου στο Ηνωμένο Βασίλειο, με το πρόγραμμα «Μεταφορά ασυνόδευτων παιδιών που ζητούν άσυλο από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ελλάδα στο Ηνωμένο Βασίλειο». Και αυτό είναι ένα τεράστιο βήμα για μενα. Πρόκειται για μια πολύ θετική εξέλιξη για το μέλλον μου. Ανυπομονώ να ξεκινήσω τη νέα μου ζωή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το ίδιο χαρούμενη είναι και η μητέρα μου, και πιστεύει πως αυτή η αλλαγή θα φέρει μεγαλύτερη σταθερότητα στη ζωή μου».

 

 

04/11/2019

Η ιστορία της Zahra

Τον κοιτάω χαζεύοντάς τον και τον χαίρομαι… είναι μόλις δύο (2) και ασυγκράτητος. Πετάει τη σκούφια του για παιχνίδι με τα άλλα παιδιά και όλο ανοίγει την πόρτα τού κοντέινερ και βγαίνει έξω να παίξει. Είναι ο γιος μου ο Banyamin. Εμένα με λένε Zahra, είμαι είκοσι δύο (22) ετών και κατάγομαι από την πόλη Mazar-e-Sharif, στα βόρεια του Αφγανιστάν. Άφησα την πατρίδα μου έπειτα από τον γάμο με τον άντρα μου. Με κοινή μας απόφαση φύγαμε, αναζητώντας μια καλύτερη, πιο ήρεμη και πιο ασφαλή ζωή για μας και το παιδί μας. Είχα όνειρο να σπουδάσω Αγγλική Φιλολογία και να διδάξω. Όμως, οι βομβιστικές επιθέσεις κοντά στο πανεπιστήμιο με απέτρεψαν από το να το τελειώσω. Κατάφερα να παρακολουθήσω μαθήματα μόνο για έναν χρόνο και σταμάτησα φοβούμενη τραυματισμό ή ακόμα και θάνατό μου.

Όσο μεγάλωνα  δεν είχα πολλά από τα αγαθά και τις συνθήκες που θεωρώ πως είναι απαραίτητες για ένα παιδί. Τώρα που έγινα η ίδια μαμά θέλω να δώσω όλα εκείνα που δεν χάρηκα εγώ, στον γιο μου. Κι εγώ κι ο άντρας μου λέμε ‘όχι’ στην προοπτική δεύτερου παιδιού ούτως ώστε να μπορέσουμε να δώσουμε στον μικρό τα πάντα και παράλληλα να εξελιχθούμε οι ίδιοι. Το μέλλον δεν ξέρω πού θα με βρει, αν και για τώρα, έχω αυτά που θέλω. Το ασφαλές περιβάλλον αυτής της δομής του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), το κοντέινερ στο οποίο ζούμε, την καθημερινή στήριξη των ανθρώπων του ΔΟΜ. Αφήσαμε πίσω μας του σχεδόν δέκα (10) εφιαλτικούς μήνες στη Μόρια και μπορούμε να ελπίζουμε ξανά.

Σε όσους είναι στη θέση μου, θα ήθελα να προτείνω να μην εμπιστεύονται κανέναν καλοθελητή που τους προσεγγίζει για να εκμεταλλευτεί την ανάγκη τους. Όσοι είναι έξω από τον χορό τάζουν πολλά, αλλά μένουν στις υποσχέσεις. Το να είσαι μετανάστης, από μόνο του είναι κατάσταση επίπονη. Πόσω μάλλον να σου υπόσχονται και να φτάνεις να απογοητεύεσαι όταν δεν παίρνουν σάρκα και οστά οι υποσχέσεις. Έπαθα και έμαθα, και μάλιστα πρόσφατα, για αυτό το λέω. Υπήρξε άνθρωπος που μου έταζε πως θα με στείλει εκτός Μόριας, εκτός Λέσβου, εκτός Ελλάδος και θα μου σταθεί στο ξεκίνημα της νέας ζωής μου. Κατάλαβα πως δεν θα συνέβαινε. Έσπασα. Και, σύντομα, μάζεψα τα κομμάτια μου και ξαναστάθηκα στα πόδια μου, διαπιστώνοντας πως, πλέον, πρέπει να είμαι επιφυλακτική και ότι χρειάζεται να προειδοποιήσω και άλλους ώστε να μην πέσουν στην παγίδα.

 

 

22/10/2019

Η ιστορία του Kareem και της οικογένειάς του 

«Είμαι ο Kareem Al Humaidi και είμαι 33 ετών. Ήρθα με την οικογένειά μου από το Ιράκ και είμαστε εν αναμονή της εξέτασης της αίτησης ασύλου. Ήρθαμε στην Ελλάδα, με την ελπίδα ότι θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε και ότι θα μπορέσουμε να ζήσουμε ασφαλείς. Ο γιος μου ο Nasri είναι 2 ετών. Όσο ζούσαμε στο Ιράκ, η κατάσταση ήταν πολύ τεταμμένη. Ο θρησκευτικός διωγμός ήταν ο βασικότερος λόγος που αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε τη χώρα και την πατρίδα μας. Δεν ήταν όμως το μόνο πρόβλημα που υπήρχε στην περιοχή. Όταν είδαμε ότι δεν είμαστε πλέον ασφαλείς, αποφάσισα να πάρω την οικογένειά μου και να φύγουμε άμεσα. Ήταν μια πολύ επικίνδυνη περίοδος. Μια πολύ ριψοκίνδυνη απόφαση.

Στις 29 Μαΐου του 2018 φτάσαμε στο λιμάνι της Σάμου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι τα είχαμε καταφέρει! Μείναμε εκεί για περίπου 7 μήνες και μετά μας μετέφεραν σε ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στο κέντρο της Αθήνας.

Όταν αναλογίζομαι τη ζωή μου στο Ιράκ, πριν από όλα αυτά, τα πράγματα ήταν ήσυχα. Δούλευα ως τεχνικός αυτοκινήτων. Επιπλέον ήμουν υπάλληλος σε ένα βενζινάδικο και είχα αναλάβει τις τεχνικές εργασίες στα οχήματα και τη διαχείρηση προμηθειών και υλικού.

Από την άλλη πλευρά, ανακάλυψα και μια δημιουργική πλευρά μου εκεί. Από πολύ μικρή ηλικία άρχισα να ζωγραφίζω. Ξεκίνησε ως χόμπι στο σχολείο. Έπειτα όμως κατάλαβα ότι έχω ταλέντο σε αυτό. Όσο περνούσε ο καιρός ζωγράφιζα και κάποια στιγμή ασχολήθηκα και επαγγελματικά. Πιστεύω πως ο λόγος που ήμουν τόσο καλός σε αυτό ήταν το ότι αγαπούσα πάρα πολύ τη ζωγραφική! Τόσο πολύ, μάλιστα, ώστε δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτή. Τον καιρό που ζούσα πίσω στο Ιράκ, η καλλιτεχνική έκφραση σχεδόν δεν επιτρεπόταν. Ήταν πάρα πολύ περιορισμένα αυτά που μπορούσα να ζωγραφίσω. Εγώ εμπνέομαι από τους ανθρώπους, τα κινούμενα σχέδια, τα τοπία. Και θα ήθελα πάρα πολύ να το κάνω εδώ αυτό. Να είμαι ελεύθερος, να αισθάνομαι ασφαλής στην καθημερινότητά μου και την τέχνη μου.

Αυτό είναι που επιθυμώ περισσότερο από όλα, τώρα που έχω έρθει εδώ. Θέλω να μείνω εδώ και να εξελιχθώ. Θέλω να φροντίσω την οικογένειά μου, να γραφτώ στο σχολείο, να μάθω ελληνικά».

 

16/10/2019

Ο Cedrick και η τέχνη του

Με λένε Cedrick Diyavova και είμαι 26 ετών. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Κονγκό, όπου ζούσα με την οικογένειά μου: τη γυναίκα μου και τα δίδυμα αγόρια μας. Η οικογένειά μας ήταν απλή μεν, αλλά δεμένη. Πριν από περίπου 2 χρόνια, εγώ και η οικογένειά μου βρεθήκαμε στο επίκεντρο μιας πολιτικής διαμάχης. Έπειτα από αρκετά επεισόδια στην πόλη όπου ζούσαμε, έπρεπε να εγκαταλείψω την πόλη και τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Έπρεπε να πάρω αυτή την απόφαση, καθώς δεν αισθανόμουν πλέον ασφαλής εκεί. Τότε ξεκίνησε και το ταξίδι μου. Ήμουν ολομόναχος αλλά ήλπιζα για το καλύτερο.

Αυτό που με κρατούσε και μου έδινε δύναμη ήταν η ελπίδα ότι θα φτάσω σε κάποιο μέρος, όπου θα ήμουν ελεύθερος να εκφραστώ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα έθετα σε κίνδυνο τον εαυτό μου και την οικογένειά μου.

Έπειτα από πολλές δυσκολίες και κακουχίες, έφτασα στο λιμάνι της Λέσβου τον Νοέμβριο του 2018. Έμεινα στη Μόρια για 3 εβδομάδες περίπου, προτού μεταφερθώ σε μια άλλη τοποθεσία, πιο κοντά στην Αθήνα. Από τότε μένω σε οργανωμένη δομή, μέσω του προγράμματος Filoxenia του ΔΟΜ και παρακολουθώ μαθήματα συστηματικά. Συμμετέχω σε μαθήματα ελληνικών και αγγλικών, ενώ μαθαίνω επίσης πώς να κατανέμω τον χρόνο και τις προτεραιότητές μου με επιτυχία.  Θέλω να κερδίσω όσο περισσότερα μπορώ από τις δραστηριότητες που μου προσφέρονται και ο στόχος μου είναι να μπορέσω να τα συνδυάσω με τα ενδιαφέροντά μου. Το μεγαλύτερό μου πάθος είναι η ηλυπτική, ειδικά με ξύλο και μέταλλο. Μου αρέσουν πολύ επίσης και η κεραμική, η γλυπτική και η ζωγραφική.

Η γλυπτική ήταν από πολύ μικρή ηλικία το πάθος μου. Σύντομα κατάλαβα ότι είχα ταλέντο, ότι ήταν κάτι σαν χάρισμα, σαν έμφυτη ικανότητα. Στην αρχή το ξεκίνησα για να περνάω καλά, όμως όσο περνούσε ο καιρός γινόμουν όλο και καλύτερος.  Τώρα η τέχνη που κάνω έχει νόημα. Θέλω να περάσω κάποια μηνύματα μέσα από τις δημιουργίες μου: μηνύματα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τους ζωντανούς οργανισμούς, τα ζώα και τη φύση. Αυτή η θεματολογία είναι στο επίκεντρο της τέχνης που κάνω. Όταν χρησιμοποιώ το ξύλο, δημιουργώ αφαιρετικά σχήματα με έντονο συμβολισμό. Το μέταλλο εξυπηρετεί άλλο σκοπό. Το χρησιμοποιώ για να φτιάξω γλυπτά από πουλιά, γάτες, σκύλους και αετούς. Με εμπνέουν τόσο τα κατοικίδια ζώα όσο και τα ζώα που ανήκουν στα είδη προς εξαφάνιση. Αυτό είναι το ταλέντο και το πάθος μου. Και θέλω να συνεχίσω να το εξασκώ. Ειδικά στην Αθήνα, όπου υπάρχουν πολλές επιλογές και ευκαιρίες για ‘μενα!

 

Η ιστορία του Azizullah Anwar

05/09/2019

Με λένε Azizullah Anwari και είμαι Αφγανός από το Πακιστάν. Είμαι σχεδόν 17 ετών και βρίσκομαι στην Ελλάδα λίγο περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Τους πρώτους δυόμισι μήνες, βρισκόμουν στη Λέσβο, ενώ αργότερα με μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν σε ξενώνα ανηλίκων τού Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ - IOM) στη βόρεια Ελλάδα, όπου και έμεινα για περισσότερο από έναν χρόνο. Τον πρώτο καιρό που είχα μεταφερθεί εδώ, αρχές του 2018, η κατάσταση ήταν δύσκολη, καθώς δεν υπήρχε συγκεκριμένο πλάνο για το τι θα συνέβαινε στη ζωή μου στο μέλλον, πώς και πότε. Ενώ η αίτησή μου για άσυλο είχε γίνει με το που έφτασα στην Ελλάδα, ερχόμενος στο βορρά, η Υπηρεσία Ασύλου μού έδωσε ημερομηνία για συνέντευξη τον Σεπτέμβριο του 2019. Η απογοήτευσή μου ήταν μεγάλη.

Όσο βρισκόμουν στη Λέσβο, οι εργαζόμενοι της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), με είχαν ενημερώσει ότι υπάρχει συγκεκριμένο πρόγραμμα, αυτό της οικογενειακής επανένωσης. Σε περίπτωση που επέλεγα να ενταχθώ στο πρόγραμμα, θα μπορούσα να είμαι και πάλι μαζί με τον αδελφό που ζει στη Σουηδία καθώς ηλικιακά είμαι μικρότερός του. Αργότερα, κι ενώ είχα ήδη φτάσει στη δομή τού Οργανισμού, συνομίλησα εκ νέου για την υπόθεσή μου, αυτήν τη φορά με το προσωπικό του ΔΟΜ. Ως αποτέλεσμα, είχα πλέον τη δυνατότητα να κινήσω τις διαδικασίες για οικογενειακή επανένωση με τον αδελφό μου, κι αυτό έκανα. Πλέον, ο μεγαλύτερος αδελφός μου στη Σουηδία είχε κάθε δικαίωμα να γίνει ο νόμιμος κηδεμόνας μου.

Για περίπου πέντε χρόνια ήμασταν χώρια. Πρώτα έφυγε εκείνος κι αργότερα εγώ. Η χαρά μου που θα μπορέσω να τον ξαναδώ είναι τεράστια. Έως τη στιγμή που κι εγώ άφησα το σπίτι μου, βρισκόμουν μαζί με την οικογένειά μου στο Πακιστάν. Οι δικοί μου - οι γονείς μου και τα τέσσερα αδέλφια μου - συνεχίζουν να ζουν εκεί, κοντά στην επαρχία του Μπαλουχιστάν (ΒΔ Πακιστάν). Δεν παύω να σκέφτομαι την επανένωση με ολόκληρη την οικογένειά μου, αλλά προς το παρόν, κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Για εμένα, αυτό που τώρα μετράει περισσότερο είναι να καταφέρω να ολοκληρώσω το σχολείο και να σπουδάσω στο πανεπιστήμιο.

Όνειρό μου όσο ήμουν μικρότερος ήταν να μπω στις ειδικές δυνάμεις. Τώρα, θα ήθελα να ασχοληθώ με κοινωνικά επαγγέλματα και να μπορέσω να βοηθήσω ανθρώπους σαν κι εμένα, να έχουν μια καλύτερη ζωή. Αφήνω την Ελλάδα με ανάμεικτα συναισθήματα, καλές και κακές αναμνήσεις. Οπωσδήποτε, θέλω να ευχαριστήσω τον ΔΟΜ, όπως και όλες τις άλλες ΜΚΟ και την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες για την πολύτιμη βοήθειά τους, το χρονικό διάστημα που έμεινα στην Ελλάδα.

 

 

Η ιστορία του Nwanyen Marcel Kunped

22/08/2019

Είμαι ο Nwanyen Marcel Kunped, 40 ετών, από το Καμερούν. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, η ζωή μου στην πατρίδα μου ήταν ιδιαίτερα καλή, αν και πάντα υπήρχαν ζητήματα μεταξύ γαλλόφωνων και αγγλόφωνων  -το Καμερούν μοιράστηκε μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας το 1919, αφότου έληξε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, και η περιοχή εντάχθηκε στην Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Ως πτυχιούχος Οικονομικής Ιστορίας και Διοίκησης Επιχειρήσεων είχα για χρόνια καλές δουλειές σε μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας μου. Τα προβλήματα άρχισαν να γίνονται μεγαλύτερα όταν εμείς, οι κάτοικοι του αγγλόφωνου Καμερούν αισθανόμασταν όλο και πιο καταπιεσμένοι πολιτισμικά από τους γαλλόφωνους.

Ξεκίνησαν διώξεις. Εκείνη την περίοδο, οι γαλλόφωνοι με φυλακίζουν λόγω καταγωγής. Περνάω δύο χρόνια στη φυλακή, μεταξύ 2015 – 2017, οπότε και βγαίνω χάρη στην απόφαση ενός αγγλόφωνου στρατηγού. Ο άνθρωπος αυτός εξέτασε την υπόθεσή μου, παρατήρησε το λευκό ποινικό μητρώο που είχα και αποφάσισε να με αποφυλακίσει. Υπό έναν όρο, όμως. Να εξαφανιστώ την ίδια κιόλας μέρα από τη χώρα διότι διαφορετικά θα έβαζα και εκείνον σε κίνδυνο επειδή με απελευθέρωσε, αλλά και τον εαυτό μου. Διέτρεχα κίνδυνο άμεσης καταδίωξής μου. Χάρη στη βοήθειά του, έφτασα στα σύνορα Καμερούν-Νιγηρίας με στρατιωτική συνοδεία, χωρίς να μας σταματήσει για έλεγχο ο οποιοσδήποτε. Ήταν 1η Νοεμβρίου του 2017. Στην Ελλάδα πάτησα το πόδι μου ανήμερα Χριστούγεννα του ίδιου έτους. Πρώτος μου σταθμός η Λέσβος και συγκεκριμένα η Μόρια. Εκεί πέρασα περίπου έναν χρόνο ώσπου να μεταφερθώ στην Ασπροβάλτα και, λίγο αργότερα, στη δομή όπου βρίσκομαι σήμερα.

Ο ΔΟΜ δεν θα μπορούσε να μου έχει δώσει περισσότερα. Οι άθλιες συνθήκες της Μόριας έφτασαν να αποτελούν παρελθόν, την ώρα που οι εργαζόμενοι τού ΔΟΜ έχουν γίνει τα αδέλφια μου και με κακομαθαίνουν. Από τα αληθινά μου αδέλφια δεν έχω κανένα νέο. Οι τρεις αδελφοί μου βρίσκονταν στη Νιγηρία, αλλά έχω χάσει τα ίχνη τους. Η αρραβωνιαστικιά μου παραμένει στο Καμερούν, αλλά κρύβεται. Στην Ελλάδα ήρθα μόνος και παραμένω μόνος. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της νέας μου ζωής θα έλεγα πως ήταν τον περασμένο Μάιο, όταν μου ανακοινώθηκε πως η Ελλάδα μου χορήγησε άσυλο, αναγνωρίζοντάς με ως πρόσφυγα. Το μόνο που απομένει από εδώ και πέρα είναι να παραλάβω τα επίσημα έγγραφά μου, όπως το διαβατήριό μου και να εκδώσω Α.Φ.Μ. Δεν κάνω καμία σκέψη για το μέλλον. Το μόνο που θα προσπαθήσω και θέλω να πετύχω είναι να ξαναγίνω ο χρήσιμος άνθρωπος που θυμάμαι να είμαι. Να εργάζομαι και να παράγω όπως έκανα πάντα.

Η στήριξη των ανθρώπων του ΔΟΜ έχει υπάρξει τεράστια και τους ευχαριστώ που μου στάθηκαν και συνεχίζουν να μου στέκονται.

 

 

 

Η ιστορία του Khaled

12/07/2019

Ονομάζομαι Khaled Alhaj και κατάγομαι από την Deir ez-Zor της Συρίας. Ο πόλεμος στη χώρα μου έφερε πολλές αλλαγές στη ζωή μου. Αφού έχασα τη γυναίκα μου, μένοντας μόνος με τα 4 παιδιά μας, το 2014, ο ISIS κατέλαβε την πόλη μου. Γι’ αυτό αποφάσισα μαζί με τους 3 γιους και την κόρη μου να αναζητήσουμε καταφύγιο σ΄ ένα πιο ασφαλές μέρος, πάντα παραμένοντας στη χώρα. Επί πέντε χρόνια, από το 2014 έως και τις αρχές του 2019, ήμασταν εσωτερικά εκτοπισμένοι και μετακινούμασταν αναλόγως με το πού διεξάγονταν μάχες, ώστε να αποφεύγουμε τις εχθροπραξίες.

Τον Φεβρουάριο του 2019 πήραμε την τεράστια, για μας, απόφαση ν’ αφήσουμε την πατρίδα μας. Περάσαμε στην Τουρκία κι από εκεί, στα μέσα Μαρτίου, φτάσαμε στη Σάμο. Εγώ, τα παιδιά μου, η αδελφή μου και τα 3 αγόρια της, ενωμένοι. Όμως, δεν ήμασταν μόνο εμείς. Μαζί μας, γηραιά συνταξιδιώτισσά μας και η υπέργηρη μητέρα μας. Στα χαρτιά η ηλικία της είναι 92 ετών, αλλά βάσει των διηγήσεών της, και γνωρίζοντας πως δεν υπήρχαν ληξιαρχεία παλιά στη Συρία, υπολογίζω πως έχει περάσει τα 100!

Πρόσφατα, μεταφερθήκαμε από τη Σάμο στην ενδοχώρα και συγκεκριμένα στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) της Κάτω Μηλιάς, στην Κατερίνη. Εγώ και τα 9 μέλη της οικογένειάς μου μοιραζόμαστε δύο κοντέινερ και είμαστε χαρούμενοι που έχουμε αφήσει πίσω μας όλα τα άσχημα. Έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη να ηρεμήσουμε, να νιώσουμε ασφαλείς και να ξεχάσουμε όλα εκείνα που περάσαμε τα τελευταία πέντε χρόνια. Οι εργαζόμενοι του ΔΟΜ είναι υποστηρικτικοί και, έπειτα από δικό μας αίτημα, ήδη διερευνούν μήπως μπορέσουν να μας διευκολύνουν, βρίσκοντάς μας ένα διαμέρισμα όπου θα μένουμε όλοι μαζί. Ακόμα και κάτι μικρό θα μας διευκόλυνε ώστε να προσέχουμε τη μητέρα μου, όλο το 24ωρο.

Συχνά, με ρωτούν πώς φαντάζομαι το μέλλον. Παραμένω αβέβαιος σχετικά με το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι, προς το παρόν δεν σκεφτόμαστε να αφήσουμε την Ελλάδα. Πάντως, εάν εξομαλυνθεί η κατάσταση στη Συρία, το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε είναι να επιστρέψουμε στο σπίτι μας. Συχνά, η μητέρα μου παρηγορείται με παλιούς συριακούς σκοπούς και δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι θα γυρίσει στην πατρίδα της, και μάλιστα, σύντομα… Ευσεβής πόθος; Ποιος ξέρει!

 

 

 

Η ιστορία του Dler 

07/06/2019

«Το όνομά μου είναι ο Dler και είμαι  από το Ιράκ. Ήρθα στην Ελλάδα με τα πόδια από την Τουρκία, όταν ήμουν 17 χρονών. Αρχικά έφτασα στη Σάμο, όπου έμεινα μόνο για μερικούς μήνες. Στη συνέχεια μεταφέρθηκα σε ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη, σε δομή ανήλικων μεταναστών & προσφύγων, μετά την ολοκλήρωση της ηλικίας των 18 ετών στην δομή φιλοξενίας στα Θερμοπύλες, όπου και μένω τους τελευταίους 5 μήνες, αναμένοντας να πάω στην Ολλανδία.

Πάντα ήθελα να πάω στην Ολλανδία για να σπουδάσω και να δουλέψω. Το να σπουδάσω και να εργαστώ ήταν πάντα το όνειρό μου. Είναι κάτι που μου δίνει ελπίδα κάθε μέρα!

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, δούλευα πάντα στην επιχείρηση αυτοκινήτων του πατέρα μου. Κατάφερα να μάθω σχεδόν τα πάντα γύρω από τα αυτοκίνητα. Ήμουν τυχερός καθώς ο πατέρας μου είχε έναν βοηθό εμπειρογνώμονα που στάθηκε δίπλα μου και ήταν πάντα πρόθυμος να μου διδάξει τα πάντα - όπως όντως έκανε! Ωστόσο, τώρα γνωρίζω με βεβαιότητα ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνω είναι να σπουδάσω! Ενώ βρισκόμουν στη Σάμο έμαθα Αγγλικά και Γερμανικά, μόνος μου και με πολλή βοήθεια.

Αποφάσισα να πάω στην Ολλανδία επειδή ο θείος μου και οι περισσότεροι συγγενείς μου είναι εκεί. Ο θείος μου έχει το δικό του κομμωτήριο, φτιάχνοντας περούκες. Θα έχω, δηλαδή, δουλειά να μπορώ να βοηθήσω τον εαυτό μου οικονομικά, τόσο για να βιοποριστώ, αλλά και για να σπουδάσω.

Το όνειρό μου είναι να γίνω μηχανικός, και αυτό θα σπουδάσω! Ανυπομονώ να πάω στην Ολλανδία, ώστε να έχω την ευκαιρία να κάνω τη ζωή μου. Ταυτόχρονα, αισθάνομαι ήρεμος που είμαι μόνο ένα βήμα μακριά από το σκοπό μου!

Ωστόσο, θα χάσω τους φίλους μου εδώ, καθώς και όλους τους ανθρώπους που γνώρισα στην Ελλάδα, ειδικά το προσωπικό του ΔΟΜ που με υποστήριζε καθημερινά».

Πιστεύω ότι ένα όνειρο δεν ξεθωριάζει ποτέ όταν υπάρχει ελπίδα».

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME).

 

 

 

 

 

Η ιστορία του Καρίμ 

 

07/06/2019

 

«Είμαι τριάντα επτά ετών και γεννήθηκα, μεγάλωσα και πήγα πανεπιστήμιο στο Ιράν. Είμαι, όμως, Αφγανός του Ιράν, κάτι που δημιούργησε αλυσιδωτές δυσκολίες στη ζωή μου στην Τεχεράνη. Παρόλo που τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, όπως και το γεγονός ότι η υπόλοιπη οικογένειά μου είχε στενότερους δεσμούς με την Καμπούλ και όχι με την Τεχεράνη, πάλεψα σκληρά και κατάφερα να μπω στο πανεπιστήμιο, στο Ιράν και να το τελειώσω, κάνοντας εκεί και το Master μου. Ο τομέας μου είναι τα οικονομικά. Αν και μορφωμένος, δεν έπαυα να αισθάνομαι ότι με έχουν στο περιθώριο εξαιτίας της καταγωγής μου και μόνο. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, κάθε έξι μήνες έπρεπε να επιστρέφω στην Καμπούλ για την ανανέωση του διαβατηρίου μου -το οποίο είχα εκδώσει στο Αφγανιστάν με μεγάλη υπερηφάνεια για την ταυτότητά μου- ώστε να μπορώ να παραμένω εγγεγραμμένος στις πανεπιστημιακές λίστες.

Έπειτα από το τελευταίο μου ταξίδι στο Αφγανιστάν το 2018, επέστρεψα μεν στην Τεχεράνη, αλλά πλέον αποφασισμένος να αφήσω το Ιράν με όποιο κόστος. Αισθανόμουν πως η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ένιωθα καταπιεσμένος, ανασφαλής και πάντα στο περιθώριο. Έτσι, πέρασα στην Τουρκία, όπου και πήγα αμέσως στα κεντρικά τού ΟΗΕ, στην Άγκυρα, και έκανα όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να μου χορηγηθεί άσυλο. Ο ΟΗΕ με έστειλε στο Σαγγάριο, όμως δεν ήθελα να ‘παγιδευτώ’ στην Τουρκία κι έτσι πέρασα στην Ελλάδα. Ο πρώτος σταθμός μου ήταν η Σάμος. Εκεί πέρασα σχεδόν πέντε (5) μήνες. Τους τελευταίους δύο (2) μήνες βρίσκομαι στα Βρασνά και το οφείλω στο ΔΟΜ και τη βοήθειά του.

Τα Βρασνά υπήρξαν η αμέσως επόμενη στάση μετά τη Σάμο. Αν και πολλοί άλλοι άνθρωποι στη θέση μου ονειρεύονται να πάνε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εγώ είμαι χαρούμενος στην Ελλάδα και θα ήθελα να παραμείνω εδώ. Θέλω να φτάσω στο σημείο να χαίρομαι τις ίδιες ελευθερίες με τους ντόπιους, να εξελίξω τις σπουδές μου ακόμα παραπέρα και να βρω μια δουλειά που θα αρμόζει στο επίπεδο των σπουδών μου. Αν και η μητρική μου είναι τα Nτάρι, έχω ήδη αρχίσει την εκμάθηση ελληνικών, στα οποία και είμαι αυτοδίδακτος. Χάρη σε ένα βιβλίο, κάθομαι μόνος μου και μαθαίνω τη γλώσσα και χαίρομαι ιδιαίτερα που μέχρι στιγμής τα καταφέρνω.Περιττό να πω πως η βοήθεια και στήριξη του ΔΟΜ με γεμίζουν ελπίδα κι αισιοδοξία. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου, ο Οργανισμός μου προσφέρει τη σιγουριά που μου έλειπε και ταυτόχρονα λειτουργεί σαν προστατευτικό δίχτυ, κάτι το οποίο έχω μεγάλη ανάγκη».

 

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME).

 

 

 

Η ιστορία της Μαρίνας

 

06/06/2019

 

Η Μαρίνα Θεοδώρου είναι κοινωνική λειτουργός του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ η εργασία της στο Safe zone του Ελαιώνα ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2018. Μέχρι στιγμής έχει αναλάβει δέκα περιπτώσεις ασυνόδευτων ανηλίκων. « Ήταν πάντα ο στόχος μου να δουλέψω με τα παιδιά…» λέει, «το να εργάζεσαι με ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά, έχει πάρα πολλές ιδιαιτερότητες. Είναι κάτι πέρα από όλα αυτά που έχουμε γνωρίσει, που έχουμε ζήσει, λόγω της διαφοράς της κουλτούρας των παιδιών αυτών, λόγω της ευαλωτότητάς τους και λόγω του ότι είναι παιδιά».

Η Μαρίνα παραδέχεται ότι, παρόλο που είναι κάτι που αγαπάει πολύ, η εργασία στο Safe Zone ενέχει δυσκολίες που προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι πρόκειται για μια δομή εικοσιτετράωρης λειτουργίας. «Και οι ανάγκες της δομής είναι και αυτές 24ωρες, οπότε μπορεί να περνάμε πάρα πολύ χρόνο εντός και εκτός δουλειάς, δουλεύοντας για να βγει το καλύτερο για τα παιδιά». Τη ρωτάμε αν έχει σκεφτεί ποτέ να τα παρατήσει: «Φυσικά και υπάρχουν τέτοιες φορές ανά διαστήματα. Είναι κυρίως λόγω της ματαίωσης που μπορεί να νιώσεις κάποιες φορές, αλλά αυτό το συναίσθημα αλλάζει πολύ γρήγορα όταν βλέπω ξανά τα παιδιά, καθώς μου δίνουν κίνητρο να συνεχίσω. Στο τέλος της ημέρας φεύγω τόσο γεμάτη από τη δομή, που είναι απίστευτη ικανοποίηση!».

Εξάλλου, από τη ζωή στο Safe Zone δεν λείπουν οι όμορφες στιγμές. Αυτές για τη Μαρίνα, είναι συνυφασμένες κυρίως με τη διαδικασία της επιτυχούς ένταξης των παιδιών στο νέο περιβάλλον, που θέτει τις βάσεις για την μετέπειτα ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία. Μας λέει χαρακτηριστικά: «Είναι πολλές οι ευχάριστες στιγμές. Εισπράττουμε μεγάλη ευχαρίστηση όταν ακούμε στο σχολείο καλά λόγια για τα παιδιά, γιατί γνωρίζουμε ότι είναι δύσκολο και για τα ίδια τα παιδιά, έχοντας περάσει όλες αυτές τις δυσκολίες… Είναι πολύ όμορφο να βλέπουμε ότι σιγά σιγά ξαναμπαίνουν  σε ένα πλαίσιο, έχουν μια κανονικότητα, μια ρουτίνα και αυτό το πράγμα τους κάνει να είναι παιδιά, να νιώθουν μια ασφαλείς».

Όσον αφορά στο είδος της σχέσης της με τα παιδιά, η Μαρίνα τονίζει ότι πρόκειται για μια σχέση τρυφερή,  αλλά όχι φιλική. «Σίγουρα δένεσαι με τα παιδιά και έχεις συναισθήματα. Ο ρόλος σου δεν είναι να γίνεις φίλος με τα παιδιά. Έχουν φίλους. Ο ρόλος σου είναι συγκεκριμένος, είσαι η κοινωνική λειτουργός αυτού του παιδιού, είσαι υπεύθυνη στο πρόσωπο αναφοράς. Αλλά και η συμπεριφορά των παιδιών αντανακλά τη δική της προσέγγιση προς εκείνα. «Στην αρχή είναι πάρα πολύ φυσιολογικό ένα παιδί να μη σε εμπιστεύεται. Η εμπιστοσύνη είναι κάτι που κερδίζεται, χρειάζεται χρόνο. Στην αρχή φυσικά και σε αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Σιγά σιγά καλείσαι να αποδείξεις ότι είσαι εκεί για να ακούσεις τα παιδιά, για να τα βοηθήσεις. Η σχέση εμπιστοσύνης κτίζεται μέρα με τη μέρα και η  αρχική καχυποψία μετατρέπεται σε εκτίμηση και σεβασμό».

Αυτή η σταδιακή δόμηση αμοιβαίων σχέσεων κατανόησης με τα παιδιά προσφέρει στη Μαρίνα μια ηθική ικανοποίηση που την κάνει να φεύγει ευτυχισμένη, τις περισσότερες μέρες, από το safe zone.

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη ρωτάμε την Μαρίνα ποιο θεωρεί ότι είναι το μεγαλύτερο δίδαγμα που έχει αντλήσει από τα παιδιά: «Να εκτιμάω περισσότερο. Και όλοι να εκτιμάμε τα μικρά πράγματα που έχουμε, τα μικρά πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα, γιατί πραγματικά μπαίνοντας  σε ένα τέτοιο πλαίσιο, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τίποτα αυτονόητο, ότι δηλαδή εμείς έχουμε πάει στο σχολείο, έχουμε την οικογένειά μας, πήγαμε μετά στο πανεπιστήμιο. Για έναν ασυνόδευτο ανήλικο τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο. Ούτε οι οικογενειακές σχέσεις, ούτε η εκπαίδευσή του. Τίποτα δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο και πρέπει πραγματικά να είμαστε ευτυχισμένοι κάθε μέρα  για αυτά που έχουμε, αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα που έχω πάρει».

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME). Το πρόγραμμα αναπτύχθηκε και υλοποιείται σε συνεργασία με οργανισμούς-εταίρους, όπως το «Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες» (GCR).

*Η συνέντευξη δόθηκε στους φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού, μέλη του του Εργαστηρίου "Ηγεσίας και Συναισθηματικής Νοημοσύνης") στο πλαίσιο του προγράμματος "The #RefugeeProject", σε συνεργασία με τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

Η εμπειρία της Κωνσταντίνας

 

03/06/2019

«Ονομάζομαι Κωνσταντίνα Καρακατσάνη, ετών 33, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Ελλάδα με σπουδές στην ψυχολογία και την υποστήριξη ευάλωτων πληθυσμών. Το ταξίδι με προορισμό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των προσφύγων ξεκίνησε για μένα τα τελευταία χρόνια, όταν έλαβαν χώρα οι μεγαλύτερες εισροές προσφύγων στην Ελλάδα. Από τότε εργάζομαι στον τομέα της παιδικής προστασίας. Τώρα εργάζομαι ως Υπεύθυνη Παιδικής Προστασίας για το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) στην Ασφαλή Ζώνη του Ελαιώνα για τους Ασυνόδευτους Ανήλικους.

Όλοι οι συνάδελφοί προσπαθούμε, καθένας σύμφωνα με την ειδικότητά του, και στο πλαίσιο που έχει την ευκαιρία, να αποτελέσουμε καλό παράδειγμα για τα παιδιά, να τα ενδυναμώσουμε, να ενισχύσουμε την ψυχική τους ανθεκτικότητα και να τα βοηθήσουμε να αναπτύξουν δεξιότητες που θα τους φανούν χρήσιμες στην καθημερινή τους ζωή και στη θέση τους ως αυριανοί πολίτες. Σε μία τυπική μέρα, ερχόμενη στην δομή του Ελαιώνα, ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνω είναι να ενημερωθώ από τους συναδέλφους μου και να μιλήσω στα παιδιά - προκειμένου να βεβαιωθώ ότι όλοι είναι εντάξει και η δομή λειτουργεί ομαλά, να επικοινωνήσω με άλλους φορείς, εξωτερικούς συνεργάτες, συνεργάτες εντός της δικής μας οργάνωσης, κρατικούς φορείς και με εργαζόμενους εντός της δομής, καθώς και να προγραμματίσω τις βάρδιες των εργαζομένων. Όταν εργάζεσαι σε μια δομή φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, αναμένεις πως θα προκύψουν προκλήσεις επί καθημερινής βάσεως. Υπάρχουν στιγμές εντός της ημέρας που οφείλεις να θέσεις κατά μέρος τις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες λόγω της ιδιαιτερότητας του πληθυσμού. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να έχει ξέσπασμα θυμού -εξαιτίας μιας ασήμαντης για εμάς αφορμής- και να χρειαστεί πολύς χρόνος για να το ηρεμήσουμε, ενώ παράλληλα πρέπει να διασφαλιστεί η αποφυγή μιας γενικευμένης έντασης. Επίσης, υπάρχει και μια άλλη μεγάλη δυσκολία, η οποία αφορά στη ματαίωση και την ανάγκη να αποδεχτείς πως δεν μπορείς να λύσεις από μόνος σου το προσφυγικό καθώς δεν είναι τα πάντα στον έλεγχό σου. Μπορείς όμως να αποτελέσεις μέρος της λύσης. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτή η αποδοχή με βοηθά να εστιάσω σε αυτά που μπορώ να κάνω, να μην απογοητεύομαι, και να χρησιμοποιώ στο μέγιστο βαθμό τις διαθέσιμες πηγές και εργαλεία, με στόχο πάντα το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών. Εκτός από τις δυσκολίες, όσοι μένουν σε αυτόν τον τομέα, παραμένουν για τις όμορφες στιγμές. Και έχουμε πολλές από αυτές. Τι να πρωτοθυμηθώ; Από τις εορταστικές εκδηλώσεις, τους αποχαιρετισμούς μέχρι την ανατροφοδότηση που θα σου δώσει ένα παιδί όταν φεύγει από την Ελλάδα και σε ευχαριστεί για όλες τις όμορφες στιγμές και τις ευκαιρίες που είχε με εσένα και την ομάδα σου την χρονική περίοδο που έμεινε στην δομή. Από εκεί και πέρα, υπάρχει μια πληθώρα μικρών στιγμών που σε αγγίζουν μόνο και μόνο παρατηρώντας τες. Όπως για παράδειγμα, τον περασμένο χειμώνα διοργανώσαμε μια εκδρομή πεζοπορίας με τους προσκόπους, όπου ένα Αραβόφωνο παιδί κουράστηκε και παιδιά άλλων εθνικοτήτων, από το Αφγανιστάν συγκεκριμένα, τον πήραν στα χέρια τους για να μην μείνει πίσω. Όταν βλέπεις τα παιδιά να αψηφούν τις διαφορές τους και να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον ως φίλο τους - γνωρίζοντας ότι αυτά τα παιδιά έχουν περάσει πολλά και είναι επιφυλακτικά με ανθρώπους άλλων εθνικοτήτων - σε αγγίζει. Μπορεί να μην είμαι πάντα σε θέση να επιτύχω τους στόχους μου στο χρονοδιάγραμμα που έχω κατά νου, αλλά κάτι λειτουργεί σωστά και βασικά αυτό είναι αυτό που θέλουμε όλοι.

Θα πω κάτι που λέω συχνά στην ομάδα μου, το έχουμε  ως σύνθημα εδώ στην δομή φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, είναι μία φράση που έχει πει ο Russell Barkley "Τα παιδιά που χρειάζονται την αγάπη περισσότερο θα τη ζητήσουν με τους πιο ακατάλληλους τρόπους". Υπάρχουν παιδιά που έχουν πολλά ξεσπάσματα και δεν ξέρεις τι θέλουν ή πώς να τα στηρίξεις. Τότε προσπαθούμε να θυμίσουμε στον εαυτό μας ότι αυτό που ζητούν ουσιαστικά -με έναν τρόπο που συχνά δεν είναι κατανοητός ούτε αποδεκτός για εμάς- είναι η φροντίδα μας. Συνεπώς, εάν κρατάω κάτι από τη δουλειά μου με τους ασυνόδευτους ανηλίκους, είναι ότι είναι παιδιά, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής ή τις καταστάσεις που έχουν βιώσει. Aν καταφέρεις να τα αντιμετωπίσεις ως παιδιά και να τα φροντίσεις, είσαι σε θέση να κάνεις την δουλειά σου αποτελεσματικά, κερδίζοντας συχνά ακόμα περισσότερα εσύ από εκείνα».

 

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME). Το πρόγραμμα αναπτύχθηκε και υλοποιείται σε συνεργασία με οργανισμούς-εταίρους, όπως το «Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες» (GCR).

*Η συνέντευξη δόθηκε στους φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού, μέλη του του Εργαστηρίου "Ηγεσίας και Συναισθηματικής Νοημοσύνης") στο πλαίσιο του προγράμματος "The #RefugeeProject", σε συνεργασία με τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

 

Η ιστορία του Khaled*

 

27/05/2019

 

«Το όνομά μου είναι Khaled. Είμαι 38 ετών, από το Αφγανιστάν. Ήρθα στην Ελλάδα ως πρόσφυγας το 2002, όταν ήμουν 17 χρονών, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες από τότε. Όταν πρωτοήρθα, κοιμόμουν στο δρόμο, δεν είχα κανέναν να με βοηθήσει. Τότε δεν υπήρχε κάποια ΜΚΟ ή κοινωνικές υπηρεσίες που να παρέχουν βοήθεια. Ωστόσο, προσπάθησα πολύ σκληρά, κατάφερα να γίνω διερμηνέας / πολιτισμικός διαμεσολαβητής και να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή στην Ελλάδα. Για αρκετό καιρό εργαζόμουν σε μια ΜΚΟ σε ένα πρόγραμμα στήριξης προσφύγων και αργότερα, τους τελευταίους 7 μήνες, εργάζομαι ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής του «Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες», στην Ασφαλή Ζώνη στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας του Ελαιώνα, όπου τα ασυνόδευτα παιδιά μεταναστών και προσφύγων διαμένουν προσωρινά. Ταυτόχρονα, πηγαίνω στο σχολείο και παρακολουθώ μαθήματα ελληνικών, ενώ περιμένουμε με τη γυναίκα μου το πρώτο μας παιδί. Η καθημερινότητα μας στην Ασφαλή Ζώνη της δομής στον Ελαιώνα είναι γεμάτη προκλήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, είναι γεμάτη χαρούμενες και έντονες συναισθηματικά στιγμές. Όταν τα παιδιά πρωτοήρθαν εδώ, ήταν ψυχικά και σωματικά εξαντλημένα, χωρίς καμία ελπίδα και στόχους. Ήταν, επίσης, πολύ επιφυλακτικά απέναντί μου. Ήμουν απλώς υπάλληλος γι 'αυτούς, όχι ένας άνθρωπος που πραγματικά ήθελε να τους βοηθήσει. Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε, η στάση των παιδιών άλλαζε, τόσο απέναντί μου, όσο και απέναντι στην ίδια τη ζωή. Άρχισαν να πηγαίνουν στο σχολείο, να μαθαίνουν ελληνικά και αγγλικά, καθώς και να συμμετέχουν σε πολλές άλλες εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Σταδιακά άρχισαν να γίνονται πιο αισιόδοξα, θέτοντας νέους στόχους για τη ζωή. Ήθελαν να σπουδάσουν και να εργαστούν, να αρχίσουν μια νέα ζωή.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μένα, να βλέπω τα παιδιά να αλλάζουν και να γίνονται ολοένα και πιο αισιόδοξα. Μετά από 7 μήνες, κατάφερα να χτίσω μια ισχυρή και ουσιαστική σχέση μαζί τους. Έρχονται το πρωί και μου λένε «Καλημέρα, πώς είσαι;». Μαγειρεύουν φαλάφελ και σάντουιτς και μου τα φέρνουν. Όταν τους απαντώ, «Σας ευχαριστώ, δεν πεινάω», η απάντησή τους είναι «τα φτιάξαμε για σένα». Αυτό μου δίνει τη δύναμη να συνεχίζω την προσπάθεια και το έργο μου σε καθημερινή βάση. Όσον αφορά στη σχέση μας με τα παιδιά, δεν είμαστε μόνο διερμηνείς, είμαστε πολιτιστικοί μεσολαβητές, είμαστε μία οικογένεια, φροντίζουμε ο ένας τον άλλον. Αν δεν επιδιώξουμε να γνωρίσουμε πραγματικά τα παιδιά, την ιστορία τους, τις δυσκολίες που έχουν περάσει, δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Πρέπει να είμαστε εκεί γι’ αυτά. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια όμορφη στιγμή της ζωή μου στη δομή. Μια μέρα, ένα μικρό αγόρι ήρθε και μου έφερε ένα λουλούδι. Ήμουν έκπληκτος, αναρωτιόμουν  ποιο μπορεί να ήταν  το νόημα της χειρονομίας, τι μπορεί να σκεφτόταν το αγόρι. Έβγαλα φωτογραφία το λουλούδι για να θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Όλες αυτές οι μικρές στιγμές είναι τόσο δυνατές, δίνοντάς μου κουράγιο να συνεχίσω. Η σκέψη και μόνο ότι μπορώ να ότι μπορούμε να επηρεάσουμε θετικά τη συμπεριφορά αυτών των παιδιών είναι η καλύτερη ανταμοιβή για τη δουλειά μας. Ιδιαιτέρως για μένα, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να τους δώσω την αγάπη και τη φροντίδα, που κι εγώ στερήθηκα  το 2002».

 

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME). Το πρόγραμμα αναπτύχθηκε και υλοποιείται σε συνεργασία με οργανισμούς-εταίρους, όπως το «Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες» (GCR).

*Η συνέντευξη δόθηκε στους φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού, μέλη του του Εργαστηρίου "Ηγεσίας και Συναισθηματικής Νοημοσύνης") στο πλαίσιο του προγράμματος "The #RefugeeProject", σε συνεργασία με τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

Η ιστορία του Σαάντ

 

16/05/2019

«Το όνομά μου είναι Σαάντ και είμαι 23 χρονών. Είμαι από το Ιράκ από την περιοχή του Shingal και ήρθα μόνο στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 2018. Έκτοτε μένω στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων στις Σέρρες.

Η οικογένειά μου είναι ακόμα στο Ιράκ. Έχω 9 αδελφές και 2 αδέρφια. Η μητέρα και ο πατέρας μου είναι ηλικιωμένοι, τους οποίους πραγματικά λατρεύω. Όλοι ζουν πολύ δύσκολα σε έναν προσφυγικό καταυλισμό κοντά στο Dahook.

Από ένα μικρό παιδί, ονειρευόμουν να ταξιδεύω στην Ευρώπη και να ζήσω σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Ωστόσο, στο Ιράκ, ήταν πολύ δύσκολο να ονειρευτώ ένα καλύτερο μέλλον, καθώς δεν υπάρχουν ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και κανονική ζωή. Κατάφερα να μάθω αγγλικά στους καταυλισμούς προσφύγων που ζούσα. Ένας Αμερικανός εθελοντής που γνώρισα στη Βουλγαρία με βοήθησε πολύ να βελτιώσω τις δεξιότητές μου στην αγγλική γλώσσα και τώρα αισθάνομαι ικανός να μεταφράσω και να υποστηρίξω και άλλους ανθρώπους.

Εδώ στις Σέρρες, είμαι σχεδόν καθημερινά στο τοπικό νοσοκομείο, παρέχοντας υπηρεσίες μετάφρασης εθελοντικά στους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Κάθε φορά που μια οικογένεια ζητά τη βοήθειά μου, δεν μπορώ πραγματικά να αρνηθώ. Βλέπω τον πατέρα και τη μητέρα μου στα πρόσωπά τους. Αγαπώ πραγματικά τον πατέρα μου και μου λείπει πολύ. Το όνειρό μου είναι να μπορώ να βρω δουλειά και να υποστηρίξω την οικογένειά μου και τους γονείς μου στα γεράματά τους.

Όταν έχω ελεύθερο χρόνο και αισθάνομαι λυπημένος, ακούω μουσική ή παίζω κιθάρα στους εθελοντές της δομής. Αγαπώ τη μουσική! Η μουσική με κάνει ευτυχισμένο, δίνοντάς μου ενέργεια για να συνεχίσω. Ο στόχος μου είναι να γίνω DJ και να δουλέψω σε ένα περιβάλλον με πολλή μουσική!».

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME).

 

 

 

 

 

Συμμετέχοντας στους  "Μουσικούς Χωρίς Σύνορα": Η εμπειρία του Manu και του Guus

 

15/05/2019

 

“Sky is the limit, only there is no limit!”.  Αυτό είναι το σύνθημα του Manu και του Guus, εκπαιδευτών των «Μουσικών Χωρίς Σύνορα», ενός οργανισμού που χρησιμοποιεί τη δύναμη της μουσικής για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων.

Ο Manu και ο Guus είναι δύο μουσικοί από την Ολλανδία, που επισκέφθηκαν τα ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών στην Αττική – διαχειριζόμενα από τον ΔΟΜ – οργανώνοντας σεμινάρια hip hop για τους ασυνόδευτους ανηλίκους που διαμένουν εκεί. Συνέθεσαν μαζί rap μουσική με ποικιλία ρυθμών και στίχων. Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη φορά «εκτός έδρας». Από το 2015, όταν και επισκέφθηκαν την Παλαιστίνη, βρέθηκαν σε πολλές περιοχές ανά τον κόσμο, αναπτύσσοντας συνεργασίες με ευάλωτες κοινωνικές ομάδες μαζί με τοπικούς μουσικούς παραγωγούς και οργανισμούς, χτίζοντας βιώσιμα σχέδια, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της κάθε κοινωνίας.

Και οι δύο πιστεύουν πολύ στη μουσική, θεωρώντας την ένα δυνατό εργαλείο που επηρεάζει συμπεριφορές, διαμορφώνει κουλτούρες και ενισχύει τοπικούς δεσμούς. «Χρησιμοποιούμε τη μουσική ως μέσο για να δώσουμε φως σε διχασμένες κοινωνίες, επηρεασμένες από τον πόλεμο και τις συγκρούσεις», αναφέρει ο Manu. «Κάνουμε αυτό που αγαπάμε, χρησιμοποιώντας τη μουσική για εκπαιδευτικούς σκοπούς για νέους κυρίως ανθρώπους, όπως είναι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα. Μέσω των προγραμμάτων μας, προσπαθούμε να τους ενισχύσουμε και να τους δείξουμε τρόπους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους».

Για τον Guus, η μουσική είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, καθώς έχει τη δυνατότητα να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά. Η rap και η hip hop, προσελκύουν νέους ανθρώπους παγκοσμίως. «Είναι μέρος της καθημερινής τους κουλτούρας, ένας τρόπος επικοινωνίας». Ως μέλος των «Μουσικών χωρίς σύνορα» έχω την ευκαιρία να συνεργάζομαι με τοπικά συγκροτήματα, να σχεδιάζουμε μαζί νέα projects, να μοιραζόμαστε μουσικές και ναι εμπνέουμε την ελπίδα σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ανά τον κόσμο.

Στις ανοιχτές δομές φιλοξενίας του Σχιστού και του Ελαιώνα, ο Manu και ο Guus, σε συνεργασία με τον ΔΟΜ, σχεδίασαν ένα ξεχωριστό project για τους ασυνόδευτους ανηλίκους των δομών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να διασκεδάσουν και να εκφραστούν μέσω των στίχων. Η συνεργασία με τους ασυνόδευτους ανηλίκους επηρεάζει ιδιαιτέρως και τους δύο μουσικούς. «Νιώθω ταπεινός», λέει ο Manu, «συνειδητοποιείς ότι τα δικά σου προβλήματα είναι μικρότερα», συμπληρώνει ο Guus. Για τους «Μουσικούς Χωρίς Σύνορα», η μουσική είναι ένα εργαλείο που γεφυρώνει τις διαφορές και προωθεί την κοινωνική αλλαγή. Ένα ανεξάντλητο εργαλείο που έχει τη δύναμη να επηρεάζει ανθρώπους και να τους φέρνει πιο κοντά. Όπως λένε ο Manu και ο Guus, “Sky is the limit, only there is no limit”, χρησιμοποιώντας μία φράση από το μουσικό ντοκυμαντέρ “Rise”.

 

Ο ΔΟΜ αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπών και εναρμονισμένων προτύπων υποδοχής και προστασίας των μεταναστών (συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας) που διαμένουν σε δομές φιλοξενίας στην ηπειρωτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας την ελληνική Κυβέρνηση ως προς τη διοίκηση όλων των δομών που λειτουργούν στη χώρα, με την υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DG HOME).

 

 

Η οικογένεια της Ντλβιν: Επιστρέφοντας στο Ιράκ

 

28/03/2019

 

«Ονομάζομαι Dlvin Tamr και μαζί με τον άντρα μου και τα 4 παιδιά μας αποφασίσαμε να αφήσουμε πίσω τη ζωή μας στο Ιράκ, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζαμε. Περνώντας από την Τουρκία φτάσαμε στη Σάμο το Φεβρουάριο του 2018. Η καθημερινότητά μας ήταν ήρεμη και όμορφη.

Όταν όμως άρχισε να αυξάνεται ο αριθμός των ατόμων στο κέντρο φιλοξενίας, οι συνθήκες άρχισαν να γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Είχαμε αρκετά προβλήματα με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και με την επάρκεια νερού. Επιπλέον, δεν ήταν λίγες οι φορές που τα παιδιά αντιμετώπιζαν κάποια ασθένεια, κάτι που ήταν δύσκολα αντιμετωπίσιμο, κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μέναμε όλοι σε μία σκηνή.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στη Σάμο, κάναμε αρκετούς φίλους στο νησί. Την ίδια ώρα όμως σκεφτόμασταν την οικογένειά μας, τους συγγενείς μας, την πατρίδα μας. Οι σκέψεις μας να επιστρέψουμε στο Ιράκ αυξάνονταν μέρα με τη μέρα.

Ενημερωθήκαμε για το πρόγραμμα των Εθελούσιων Επιστροφών του ΔΟΜ από άτομα που είχαν ήδη γυρίσει, καθώς και από την υπεύθυνη του ΔΟΜ στο νησί.

Μάθαμε όλες τις λεπτομέρειες και με τη βοήθεια του προσωπικού του ΔΟΜ ενταχθήκαμε στο πρόγραμμα. Η επιστροφή στην πατρίδα πλέον είναι θέμα χρόνου για μας. Πουλήσαμε όλες τις οικιακές μου συσκευές πριν την αναχώρησή μας για την Ευρώπη και γι΄ αυτό θα ήθελα να χρησιμοποιήσω τη βοήθεια επανένταξης του προγράμματος για την αγορά νέων οικιακών συσκευών. Άλλωστε το σπίτι που θα επιστρέψουμε είναι άδειο. Η αγορά τους θα μας διευκολύνει να ξαναχτίσουμε την καθημερινή μας ζωή».

 

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

Η νέα αρχή της Ντίνας, πίσω στη Γεωργία

19/02/2019

 

«Ονομάζομαι Ντίνα και κατάγομαι από την Γεωργία.

Πρώτη φορά ήρθα στην Ελλάδα το 2004. Είχε έρθει αρκετά χρόνια πριν από εμένα η αδελφή του άντρα μου, η οποία ζούσε και δούλευε νόμιμα στα Χανιά, στην Κρήτη. Μέχρι τότε δούλευα ως οικονομολόγος, αλλά η εταιρία μου κήρυξε πτώχευση και μαζί με άλλα 2.000 άτομα βρέθηκα άνεργη.  Έψαχνα για μήνες για δουλειά, ενώ παράλληλα ο άντρας μου που δούλευε ως καθηγητής σε πανεπιστήμιο, σταμάτησε να πληρώνεται. Την ίδια στιγμή είχα 3 γιους να μεγαλώσω,  με τον έναν να σπουδάζει και εμείς να μην μπορούμε να καλύψουμε τα δίδακτρα του Πανεπιστημίου του. Δεν υπήρχε κάποιο εισόδημα για την οικογένεια. Αν και ήταν καλός φοιτητής, δεν μπορούσε να συνεχίσει πια στο πανεπιστήμιο. Αυτή ήταν η στιγμή που αποφάσισα να εγκαταλείψω τη χώρα μου και να ψάξω εργασία αλλού, όσο και αν ο άντρας μου διαφωνούσε με την απόφασή μου. Το μέλλον των παιδιών μου ήταν η προτεραιότητά μου. Δεν είχα τίποτε άλλο στο μυαλό μου. Στράφηκα αμέσως στην αδελφή του άντρα μου, αναζητώντας πληροφορίες για τη ζωή και την εργασία στα Χανιά. Έτσι αποφάσισα να δοκιμάσω. Ταξίδεψα ως τουρίστρια με λεωφορείο από τη Γεωργία ως την Αθήνα και από εκεί με καράβι για τα Χανιά. Δεν θα δοκίμαζα κάποιον παράτυπο τρόπο.

Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι, ένιωθα άρρωστη, πήγα σε γιατρούς. Δεν αισθανόμουν καλά και μου έλεγαν ότι η κατάστασή μου οφειλόταν και σε ψυχολογικούς λόγους. Όλοι με προέτρεπαν να επιστρέψω στο σπίτι μου, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να τα παρατήσω. Δε θα επέστρεφα με άδεια χέρια.

Όλα αυτά τα χρόνια  δούλεψα ως οικιακή βοηθός. Πολλές φορές έκανα και 2 δουλειές σε μία μέρα. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι πήγαινα σε ένα σπίτι και μόλις τελείωνα εργαζόμουν μέχρι το βράδυ σε άλλο. Είχα έρθει για να δουλέψω και αφιέρωσα την καθημερινότητά μου σε αυτό. Έβγαζα ικανοποιητικά λεφτά για να ζω στην Ελλάδα και να στέλνω χρήματα στην οικογένειά μου.

Θέλω να ευχαριστήσω όλες τις οικογένειες που με εμπιστεύτηκαν, μου προσέφεραν εργασία και μου φέρθηκαν τόσο καλά. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη οικογένεια που βοηθούσα, η οποία είχε ένα 8χρονο γιο. Όταν αυτός διάβαζε και μάθαινε την ελληνική αλφαβήτα, καθόμουν κι εγώ μαζί του για να μαθαίνω τη γλώσσα. Κι έτσι έμαθα ελληνικά. Πολύ σύντομα άρχισα να του διαβάζω και παραμύθια.

Δεν περίμενα να μου φερθούν τόσο όμορφα. Δεν ξέρω πώς να τους ευχαριστήσω. Η Ελλάδα είναι πια ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Ενημερώθηκα για το AVRR μέσω μιας φίλης που γύρισε στη Γεωργία πριν δύο μήνες. Η ίδια έμεινε πολύ ευχαριστημένη από τις υπηρεσίες του προγράμματος. Ο κύβος ερρίφθη. Ήθελα να γυρίσω πίσω στα παιδιά μου. Είχα ανάγκη να δω και να γνωρίσω τα εγγόνια μου. Επικοινώνησα με τον υπάλληλο του προγράμματος που δραστηριοποιείται στην Κρήτη για παραπάνω πληροφορίες, ο οποίος μου εξήγησε τις διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσω. Επισκέφτηκα τα γραφεία του οργανισμού στην Αθήνα όπου πήρα μέρος σε μία συμβουλευτική συνεδρία για το πρόγραμμα επανένταξης και ενημερώθηκα για τις επιλογές που είχα. Την ίδια εβδομάδα αφού έλαβα το εισιτήριό μου και το βοήθημα σε μετρητά, ενημερώθηκα πως επιστρέφοντας στη χώρα μου, θα λάμβανα και το επιπλέον βοήθημα της επανένταξης σε είδος. Την ίδια εβδομάδα γύρισα στην Γεωργία, ενώ σε λιγότερο από ένα μήνα η μικρή μου επιχείρηση είχε στηθεί.

Είμαι ευτυχισμένη και πλήρης γιατί όλοι βρήκαν τον δρόμο τους. Ο ένας μου γιος έγινε δικηγόρος, ο άλλος λογιστής και ο τρίτος οικονομολόγος. Κι εγώ γύρισα κοντά τους έχοντας πια και μια επιχείρηση».

 

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

Το νέο ξεκίνημα της Ντιάνα στη Γεωργία

 

08/11/2018

 

«Ως μία 24χρονη αρχαιολόγος, το να μείνω στην Αθήνα, ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Γνώρισα πολλούς ανθρώπους στην πόλη και επισκέφθηκα πολλά γνωστά μουσεία και αρχαία μνημεία της. Εντυπωσιάστηκα από τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιστορία, ήθελα να γνωρίσω και να μάθω όσο το δυνατόν περισσότερα. Η πιο πολύτιμη εμπειρία, όμως, ήταν μία γνωριμία, που αργότερα εξελίχτηκε σε μια στενή φιλία. Ο άνθρωπος αυτός μου έμαθε πώς να εκτυπώνω  καρτ ποστάλ και να φτιάχνω χειροποίητα σουβενίρ, κορνίζες και ημερολόγια που να αποτυπώνουν την ελληνική ιστορία και μυθολογία. Νιώθαμε πολύ δημιουργικοί με τη δουλειά μας και καταφέραμε να πουλήσουμε τις δημιουργίες μας σε τουρίστες που επισκέπτονταν την πόλη.

Έχοντας πλέον εμπιστοσύνη στις δυνατότητες μου, αποφάσισα να επιστρέψω με τις νέες μου δεξιότητες στην πατρίδα μου την Τιφλίδα, της Γεωργίας. Ήθελα να επιστρέψω στη χώρα μου και να δημιουργήσω τα ίδια πράγματα, αλλά βασισμένα στις γεωργιανές παραδόσεις. Ελπίζω να δημιουργήσω έναν πολιτιστικό διάλογο μεταξύ της Αθήνας και της Τιφλίδας, πωλώντας παρόμοια αντικείμενα που θα ‘αφηγούνται’ διαφορετικές ιστορίες.

Θεώρησα ότι το το Πρόγραμμα των Εθελούσιων Επιστροφών του ΔΟΜ αποτελεί την καλύτερη λύση για να επιστρέψω στο σπίτι μου. Χάρη στη βοήθεια επανένταξης που παρέχεται από το πρόγραμμα, θα λάβω όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό που χρειάζομαι για να φτιάξω το εργαστήριό μου. Αυτό θα μου δώσει τη δυνατότητα να φτιάξω και να πουλήσω πρωτότυπα χειροποίητα αναμνηστικά που αντικατοπτρίζουν τη γεωργιανή παράδοση και τον πολιτισμό. Αγαπώ τη χώρα μου και είμαι πολύ ενθουσιασμένη που μοιράζομαι τις παραδόσεις και την ιστορία της με τον κόσμο».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

Η νέα ζωή του Γκούρπριτ στην Ινδία

 

22/10/2018

 

«Το όνομά μου είναι Γκούρπριτ και είμαι επωφελούμενος του προγράμματος Εθελοντικής Επιστροφής & Επανένταξης (AVRR) του ΔΟΜ. Ήμουν μετανάστης στην Ελλάδα για περίπου 7 χρόνια, αλλά με τη βοήθεια του ΔΟΜ, γύρισα πίσω στην πατρίδα μου, στην Ινδία, τον Ιανουάριο του 2017.

Τώρα ζω στην περιοχή Jalandhar και ως δικαιούχος της Βοήθειας Επανένταξης του ΔΟΜ, έστησα τη δική μου φάρμα παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων. Αγόρασα δύο βούβαλους, οι οποίοι παράγουν 45 λίτρα γάλα κάθε μήνα. Τα ζώα είναι σταυλισμένα σε χώρο έξω από το σπίτι μου. Κάθε μέρα συλλέγω το γάλα, το διανέμω και το πουλώ στους πελάτες μου. Κερδίζω γύρω στα 9,000 -10,000 INR κάθε μήνα, χρήματα, τα οποία αποτελούν καλή πηγή εισοδήματος για να ζήσω την οικογένειά μου. Βοηθάω, επίσης, τον πατέρα μου στις γεωργικές εργασίες και προσπαθώ να εξοικονομώ χρήματα για να επεκτείνω τη φάρμα μου. Ευχαριστώ πραγματικά τον ΔΟΜ που με βοήθησε να στήσω την επιχείρησή μου».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

Η οικογένεια του Αλαβίντζε

 

19/10/2018

 

«Λαμβάνοντας υπόψη τα ευαίσθητα θέματα των βιβλίων μου, η σύζυγός μου Τζουλιέτα, ο 22χρονος γιος μου Γκιόργκι και εγώ αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε τη Γεωργία για την Πολωνία το 2013.

Κατάφερα να γράψω δύο βιβλία κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών που βρισκόμασταν στην Πολωνία και ένα από αυτά δημοσιεύθηκε και στη Γεωργία. Η σύζυγός μου, ωστόσο, δεν μπόρεσε να βρει δουλειά, ο γιος μου δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του και το αίτημα ασύλου που είχαμε κάνει απορρίφθηκε. Αισθανόμασταν  ανασφάλεια και αβεβαιότητα και αποφασίσαμε να κατευθυνθούμε προς τη Γαλλία.

Οι αρχές, όμως, ήθελαν να μας απελάσουν πίσω στην Πολωνία, οπότε αναγκαστήκαμε να μαζέψουμε τα πράγματά μας και να μετακινηθούμε για άλλη μία φορά. Αυτή τη φορά κατευθυνθήκαμε στην Ελλάδα, περνώντας από την Ιταλία. Αρχικά μείναμε στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας στην Ήπειρο. Στη συνέχεια μας μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, όπου μείναμε σε ένα ξενοδοχείο για μερικούς μήνες.

Αποφασίσαμε να μην υποβάλετε αίτηση ασύλου στην Ελλάδα, αλλά να επιστρέψουμε στη Γεωργία. Το πρόγραμμα Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης του  (AVRR) του ΔΟΜ είναι η ιδανική λύση για εμάς. Ο ΔΟΜ μας ενημέρωσε, επίσης, για το πακέτο επανένταξης, το οποίο θα διευκολύνει την επανένταξή μας στην οικονομία και την κοινωνία της Γεωργίας. Ο ΔΟΜ θα καλύψει και μέρος του ενοικίου μας στην Τιφλίδα, το οποίο ήταν επιπλέον κίνητρο για την επιστροφή μας.

Αγαπάμε τη χώρα μας πάρα πολύ και είμαστε ενθουσιασμένοι που επιστρέφουμε. Εγώ θα συνεχίσω να γράφω, και η σύζυγός μου, θα συνεχίσει να διδάσκει να διδάσκει μουσική. Αγαπημένος της συνθέτης είναι ο Μπετόβεν και έχει μακρόχρονη διδασκαλία σε γεωργιανά σχολεία. Ο γιος μου θα μπορέσει, επίσης, να συνεχίσει τις  σπουδές του στον τομέα της πληροφορικής, όπου είναι και το όνειρό του.

Πριν επιστρέψουμε, μείναμε για λίγες εβδομάδες στο Ανοικτό Κέντρο Φιλοξενίας για Μετανάστες Εγγεγραμμένους στο Πρόγραμμα Εθελούσιων Επιστροφών και Επανένταξης (Open Centre for Migrants registered for Assisted Voluntary Return & Reintegration  - OCAVRR). Το  OCAVRR είναι ένα αξιοπρεπές μέρος για να ζήσει κάποιος μετανάστης, με καλό φαγητό και καλούς ανθρώπους. Έφυγα από την Ελλάδα με ευχάριστες αναμνήσεις, αλλά το μέλλον μας είναι στη Γεωργία. Το όνειρό μας είναι να μετακομίσουμε σε ένα μικρό γεωργιανό χωριό και να ξεκινήσουμε μια οικογενειακή επιχείρηση».

 

 

 

 

 

Η οικογένεια του Ομάρ 

 

1/10/2018

 

 

«Ονομάζομαι Ομάρ και κατάγομαι από τη Συρία και την πόλη Κομπάνι. Δούλευα ως ράφτης, πριν αποφασίσουμε με τη γυναίκα μου να φύγουμε από  τη χώρα μας.

Μαζί με τα δυο μας παιδιά ήρθαμε στην Ελλάδα, μέσω Τουρκίας από τα σύνορα του Έβρου. Και οι δύο αναζητούσαμε ένα ασφαλές καταφύγιο για μας και τα παιδιά μας.

Μας αρέσει η Ελλάδα, αλλά θα ήθελα να πάμε να ζήσουμε ή στη Γαλλία ή στη Γερμανία.

Θα ανοίξω ένα καινούργιο μαγαζί και θα αρχίσω εκ νέου τη δουλειά του ράφτη. Θέλω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν χωρίς πόνο και μακριά από τον πόλεμο».

 

 

Photo credits Muhammed Muheisen

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η οικογένεια του Φαϊσάλ

 

26/9/2018

 

 

 

 

Ο Φαϊσάλ έφτασε στην Ελλάδα με την οικογένειά του από το Αφγανιστάν και συγκεκριμένα από την ιστορική πόλη του Εράτ. Στο Εράτ ήταν ράφτης και είχε το δικό του μαγαζί με κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Το 2016, όλη η οικογένεια, η σύζυγός του και τα τέσσερα παιδιά τους αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους λόγω θρησκευτικών διώξεων.

Πήγαν στο Πακιστάν, στη συνέχεια στο Ιράν, στην Τουρκία και μετά στην Ελλάδα, ακολουθώντας έναν διακινητή. Στη συνέχεια προσπάθησαν να περάσουν στη Σερβία, όπου η οικογένεια έμεινε για περισσότερο από ένα χρόνο σε ένα κλειστό κέντρο φιλοξενίας.

Το όνειρο του Φαϊσάλ και της συζύγου του είναι να έχουν τα παιδιά τους μία καλύτερη εκπαίδευση και μια ασφαλή ζωή στην Ευρώπη και οι ίδιοι να βρουν μια δουλειά  - Αν είναι δυνατόν, να συνεχίσει ο ίδιος να εργάζεται ως ράφτης στη νέα χώρα που θα ζήσουν.

 

 

Photo credits Muhammed Muheisen

 

 

 

 

 

Η οικογένεια του Χασάν 

 

14/9/2018

 

 

 

 

Ο Χασάν, 26 ετών, ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του τον Απρίλιο του 2018. Είναι παντρεμένος με τη Ρόκας, 29 ετών,  και έχουν δύο παιδιά, τον Νούρι, τριών ετών και τη Σίλια, ενός έτους.

Έμεναν στο Αφρίν το οποίο και εγκατέλειψαν λόγω του πολέμου.

Ο Χασάν αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του, καθώς έπρεπε να βοηθήσει οικονομικά τον πατέρα του, τη μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του. Σπούδαζε Αγγλική λογοτεχνία και η γυναίκα του Οικονομικά.

Σήμερα μένουν στο ανοιχτό κέντρο φιλοξενίας στις Θερμοπύλες, όπου ο παραδίδει μαθήματα Αγγλικών σε άλλους αραβόφωνους, ενώ παράλληλα παρακολουθεί και μαθήματα ελληνικών.

 

 

 

Photo credits Muhammed Muheisen

 

 

 

 

 

Η ιστορία του Σαφίκ 

 

13/09/2018

 

 

«Το όνομά μου είναι Σαφίκ και έφτασα στο Πακιστάν το 2017. Εργάστηκα για οκτώ χρόνια σε ένα βενζινάδικο στο Πακιστάν, αλλά το εισόδημά μου ήταν πολύ χαμηλό και αποφάσισα να φύγω για την Ευρώπη.

Κατέληξα στην Ελλάδα, ελπίζοντας να κερδίσω περισσότερα χρήματα για την οικογένειά μου στο Πακιστάν. Παρότι βρήκα δουλειά στον τομέα της γεωργίας, το εισόδημά μας δεν ήταν αρκετό για να στηρίξω εμένα και την οικογένειά μου. Σκεφτόμουν όλο και περισσότερο τη γυναίκα μου και τα δύο παιδιά μου και αποφάσισα να κάνω αίτηση για το Πρόγραμμα των Εθελουσίων Επιστροφών του ΔΟΜ.

Καθώς είχα εργαστεί σε βενζινάδικο, ζήτησα από τον ΔΟΜ να με βοηθήσει να φτιάξω το δικό μου βενζινάδικο, επιστρέφοντας στο Πακιστάν. Και η ευχή μου έγινε πραγματικότητα! Τώρα τρέχω τη δική μου επιχείρηση και έχω αγοράσει κυλίνδρους αερίου και αντλίες αέρα. Το εισόδημά μου υπολογίζεται γύρω στα 250 EUR το μήνα, το οποίο είναι αρκετό για να συντηρώ την οικογένειά μου.

Είμαι πολύ χαρούμενος που κατάφερα να επιστρέψω στην οικογένειά μου. Το να βρίσκομαι μαζί με την οικογένειά μου είναι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα, το ότι άφησα το σπίτι μου ήταν η πιο δύσκολη απόφαση που πήρα ποτέ. Ο ΔΟΜ με βοήθησε να αφήσω πίσω όλες τις δυσκολίες που έχω περάσει και να επικεντρωθώ στο μέλλον της οικογένειάς μου. Η βοήθεια επανένταξης του ΔΟΜ είναι μία τόσο σημαντική στήριξη για όσους αποφασίζουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους».

 

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η οικογένεια του Αλί

 

3/9/2018

 

«Με λένε Αλί. Είμαι Κούρδος από το Αφρίν της Συρίας και η γυναίκα μου από το Χαλέπι, όπου και ζούσαμε πριν αρχίσει ο πόλεμος.

Στη Συρία κινδυνεύαμε και δεν είχαμε άλλη επιλογή, παρά να φύγουμε. Πρώτα πήγαμε στο Αφρίν, αλλά λόγω πολέμου, αναγκαστήκαμε να φύγουμε ξανά και από εκεί το Μάρτιο του 2018.

Τότε, αρχίσαμε και το ταξίδι μας για την Ελλάδα.

Μετά από ταξίδι τριών μηνών, φτάσαμε στη Μόρια, στη Λέσβο. Εκεί γεννήθηκε και το τρίτο μας παιδί, ο Μοχάμαντ.

Τώρα μένουμε στο ανοιχτό κέντρο μεταναστών και προσφύγων στα Οινόφυτα, καθώς εξετάζετε η αίτηση ασύλου που κάναμε.

Το πρώτο μας αγόρι είναι τεσσάρων ετών και η κόρη μας δύο ετών. Το μόνο που θέλουμε είναι ασφάλεια και ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας».

Photo credits Muhammed Muheisen

 

 

 

 

 

 

 

 

Τζουλιάνα από Φιλιππίνες

 

04/07/2018

 

 

«Ονομάζομαι Τζουλιάνα και κατάγομαι από τις Φιλιππίνες. Άφησα τη χώρα μου όταν ήμουν 45 χρονών, αναζητώντας μία καλύτερη δουλειά και ένα υψηλότερο εισόδημα. Πριν αφήσω τη χώρα μου, εργαζόμουν για 5 χρόνια σε ένα εργαστήριο φαρμάκων και 3 χρόνια σε εργαστήριο ρούχων. Έφτασα στην Ελλάδα ελπίζοντας να βρω δουλειά και να έχω πιο άνετη ζωή. Αναζητούσα δουλειά για μήνες μέχρι που τελικά ξεκίνησα να δουλεύω ως οικιακή βοηθός. Ως αποτέλεσμα, έζησα στην Ελλάδα για 17 χρόνια. Όμως, από τη στιγμή που η οικονομική κρίση χτύπησε τη χώρα και το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε, το να βρει κανείς δουλειά και να παραμείνει σε αυτή,  έγινε δύσκολη υπόθεση. Παράλληλα, αντιμετώπιζα δυσκολίες με την αδύναμη κατάσταση της υγείας μου, γεγονός που με έκανε να σκεφτώ την επιστροφή στην πόλη μου, την Μαρικίνα.

Ήμουν ήδη ενήμερη για το πρόγραμμα που υλοποιείται από τον ΔΟΜ σχετικά με τις Εθελούσιες Επιστροφές κι έτσι επισκέφθηκα το Γραφείο του ΔΟΜ στην Αθήνα για να πάρω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα και τις επιλογές μου. Ο ΔΟΜ με ενημέρωσε ότι όχι μόνο μπορούσα να επιστρέψω στην χώρα μου, αλλά και να επωφεληθώ και από την βοήθεια επανένταξης που είναι μέρος του προγράμματος. Έτσι, αποφάσισα να επιστρέψω στην πατρίδα μου. Μόλις ένα μηνά μετά την επιστροφή μου στη χώρα μου, ξεκίνησα με τη βοήθεια του ΔΟΜ τις διαδικασίες για να ανοίξω το δικό μου ‘Sari Sari store’, δηλαδή ένα παντοπωλείο όπως το ονομάζουμε στις Φιλιππίνες.

Επιπλέον, 6 μήνες μετά το στήσιμο της μικρής μου επιχείρησης, ο ΔΟΜ Ελλάδος με επισκέφτηκε στην πόλη μου, τη Μαρικίνα για να παρακολουθήσει και αξιολογήσει την εξέλιξή της. Το μαγαζί μου λειτουργεί καλά και το εισόδημά μου είναι αρκετό για να στηρίξω τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Ο ΔΟΜ μου έδωσε την ευκαιρία όχι μόνο να επιστρέψω στην πατρίδα μου, αλλά και να κάνω μία καινούργια αρχή εδώ, να αισθανθώ ότι έχω πιο ενεργό ρόλο και είμαι περισσότερο χρήσιμη στην κοινότητά μου».

 

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

Σατνάμ από Ινδία

 

14/6/2018

 

 

«Η σχέση μου με την Ελλάδα ξεκινάει το 1987, οπότε και ήρθα για πρώτη φορά από την Ινδία. Τότε ήμουν νέος, μόλις 32 ετών και ερχόμουν στην Ελλάδα για να βοηθήσω τα αδέλφια μου να χτίσουν και εκείνα τη ζωή τους. Η ζωή μου στην Ινδία ήταν καλή. Είχα μία ωραία δουλειά και καλές απολαβές για την οικογένειά μου. Όμως τα αδέλφια μου είχαν οικονομικά προβλήματα και έτσι ήρθα στην Ελλάδα ώστε να εργαστώ και να μπορέσω να τους βοηθήσω. Εργάστηκα για χρόνια σε ηλεκτρολογικές εργασίες. Ήμουν ο καλύτερος τεχνίτης στην Αθήνα και αυτό ανταμειβόταν. Τότε ήταν οι εποχές διαφορετικές. Υπήρχαν δουλειές, μπορούσες να κάνεις όνειρα και να τα υλοποιήσεις. Εργάστηκα σκληρά όσο ήμουν στην Ελλάδα, πρόσφερα την εργασία μου, έχτισα πολλά σπίτια και αντίστοιχα έλαβα αγάπη από τους Έλληνες. Επίσης κατάφερα να βοηθήσω την οικογένειά μου στην Ινδία ώστε να έχουν όλοι μία αξιοπρεπή ζωή.

Όλα αυτά τα χρόνια με δυσκόλευε πολύ η απόσταση από τους αγαπημένους μου. Σκόπευα να μείνω μόνο μερικά χρόνια και στη συνέχεια να επέστρεφα για να ζήσω μαζί τους. Όμως τα χρόνια περνούσαν, οι ανάγκες αυξάνονταν και εγώ παρέμεινα στην Ελλάδα, μέχρι το 2018. Σκεφτόμουν τη γυναίκα μου, τα παιδιά μας, τον σκύλο μας τα αστεία που κάναμε μαζί. 

Όλα τα μικρά, αστεία περιστατικά μου έλειψαν πάρα πολύ! Πόσο ανυπομονώ να τα ξαναζήσω όλα από την αρχή. Το τελευταίο διάστημα παραμονής μου στην Ελλάδα ήμουν λίγο άτυχος. Έπειτα από ένα χτύπημα στο κεφάλι, χρειάστηκε να μείνω τρεις μήνες στο νοσοκομείο στο Ηράκλειο Κρήτης. Ήμουν πολύ αδύναμος και φοβόμουν για τη ζωή μου και σκέφτηκα να γυρίσω πίσω στην οικογένειά μου. Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης με βοήθησε σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Αρχικά φρόντισε για τα ταξιδιωτικά μου έγγραφα, έβαλε συνοδό για τη μεταφορά μου από το Ηράκλειο Κρήτης μέχρι και την Ινδία και μέσω του προγράμματος Επανένταξης θα μου παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες προκειμένου να συνεχίσω στην Ινδία με τις απαραίτητες εξετάσεις και την κατάλληλη θεραπεία. Ο ΔΟΜ μου έδωσε ξανά μία ευκαιρία, μία ευκαιρία να βελτιώσω την υγεία μου και να ξαναδώ τους αγαπημένους μου. Μια νέα ζωή ξεκινά για εμένα».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

Αμπινάς από το Νεπάλ

 

11/6/2018

 

«Ονομάζομαι Αμπινάς και είμαι 20 ετών. Κατάγομαι από το Νεπάλ και έφτασα στην Ελλάδα πριν οκτώ μήνες. Το ταξίδι μας διήρκεσε δύο μέρες. Περπατούσα για σχεδόν οκτώ ώρες, πήραμε λεωφορείο και τελικώς επιβιβαστήκαμε σε ένα αυτοκίνητο που μας οδήγησε μέχρι την Τουρκία.

Μένω στο OCAVRR από τις 16 Φεβρουαρίου του 2018. Πρόκειται για μια ανοιχτή δομή φιλοξενίας για ανθρώπους που επιθυμούν να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Μου αρέσει πολύ η διαμονή στο κέντρο. Σηκώνομαι κάθε πρωί στις 9 και τρώμε πρωινό. Μου αρέσει πολύ να βλέπω ταινίες, να ακούω μουσική, να περπατώ στη γειτονιά. Είναι μία πολύ ήσυχη περιοχή, ενώ και οι εργαζόμενοι στο κέντρο είναι ιδιαίτερα βοηθητικοί και φιλικοί. Επιπλέον, μου αρέσει να περνάω χρόνο μιλώντας μέσω ίντερνετ με την οικογένειά μου που βρίσκεται στο Νεπάλ. Η αλήθεια είναι ότι μου λείπουν.

Ο λόγος που επέλεξα να γυρίσω στην πατρίδα μου είναι κυρίως οικονομικός. Αν και έφυγα από την πατρίδα μου, συνειδητοποίηση ότι το να βρω δουλειά εδώ είναι πολύ πιο δύσκολο από το να βρω κάτι στην πατρίδα μου. Θέλω να βοηθήσω την οικογένειά μου και τον εαυτό μου φυσικά, ανοίγοντας ένα μίνι – μάρκετ και γι’ αυτό αποφάσισα να γυρίσω πίσω».

 

Το Ανοικτό Κέντρο φιλοξενίας για μετανάστες εγγεγραμμένους στο πρόγραμμα εθελοντικών επιστροφών και επανένταξης (OCAVRR) λειτουργεί με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση – Ευρωπαϊκό Ταμείο Επιστροφής και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

 

 

 

 

 

 

Σιντάντ, 9 ετών, από το Ιράκ

16/05/2018

 

 

«Το όνομά μου είναι Σιντάντ και είμαι 9 ετών. Γεννήθηκα στο Σιντζάρ, στο Ιράκ. Ήρθα με την οικογένειά μου στην Ελλάδα και μένω στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων στη Δράμα εδώ και δύο μήνες.

Μου αρέσει πολύ που πηγαίνω στο σχολείο και το αγαπημένο μου μάθημα είναι τα αγγλικά. Αλλά θέλω να συνεχίσω να μαθαίνω και ελληνικά, μου αρέσει πολύ η ελληνική γλώσσα. Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω διερμηνέας!

Δεν έχω ακόμη Έλληνες φίλους αλλά πηγαίνουμε κάθε μέρα μαζί στο σχολείο και στο διάλλειμα παίζουμε μπάλα».

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στον αποκλεισμένο στην Ελλάδα μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό και μεταφέρει τα παιδιά προσφύγων και μεταναστών από Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

 

 

 

 

 

 

Η ιστορία του Ναμπίλ 

 

15/5/2018

 

«Ονομάζομαι Ναμπίλ και είμαι 26 ετών. Έφτασα στην Ελλάδα πριν περίπου δύο χρόνια και δύο μήνες από τον Λίβανο. Το ταξίδι μου ήταν δύσκολο. Έφτασα στη Χίο και την ίδια μέρα ήρθα στην Αθήνα με πλοίο.

Για περίπου ένα χρόνο έμενα σε ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας και πριν ένα μήνα μετακόμισα εδώ στο OCAVRR, στο ανοιχτό κέντρο φιλοξενίας για άτομα που επιθυμούν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

Το προσωπικό είναι κάτι παραπάνω από ευγενικό και ιδιαίτερα βοηθητικό. Έχω το δικό μου δωμάτιο και το φαγητό είναι πεντανόστιμο.

Αποφάσισα να φύγω από τη χώρα μου για προσωπικούς και πολιτικούς λόγους. Δεν αισθανόμουν ασφαλής. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η πολιτική κατάσταση στη χώρα μου έχει αλλάξει, έχει σταθεροποιηθεί. Δεν υπάρχει πόλεμος και μπορώ να σας πω από τα βάθη της καρδιάς μου ότι αγαπώ τη χώρα μου. Γνώριζα για τον ΔΟΜ μέσω ίντερνετ και έτσι έκανα αίτηση για τις εθελούσιες επιστροφές.

Όταν άφησα την πατρίδα μου, δούλευα στη διοίκηση ενός εστιατορίου ως βοηθός για περισσότερο από 10 χρόνια. Αγαπώ τη μαγειρική και οτιδήποτε σχετίζεται με το φαγητό, παρόλο που δεν είμαι σεφ. Ο Λίβανος φημίζεται για την κουζίνα του και το όνειρό μου είναι να ανοίξω μία επιχείρηση στο χώρο της εστίασης. Σίγουρα όχι κάτι ακριβό, όπως ένα πολυτελές εστιατόριο, αλλά ένα ταχυφαγείο με τοπικά πιάτα είτε ένα drive through. Το φαγητό είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας και ειλικρινά πιστεύω ότι μπορώ να γίνω πολύ δημιουργικός όταν αρχίσω να δουλεύω ξανά στον τομέα της εστίασης. Το αγαπημένο μου φαγητό ονομάζεται “warak arich” και ουσιαστικά είναι αμπελόφυλλα γεμιστά με κρέας.

Το φαγητό είναι κάτι περισσότερο από ευχαρίστηση για μένα. Είναι κάτι που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και πιστεύω ότι αυτός είναι ο λόγος που αγαπώ τη δουλειά μου, αυτός είναι ο λόγος που επιθυμώ να επιστρέψω στην πατρίδα μου και να αρχίσω τη ζωή μου από την αρχή».

Το Ανοικτό Κέντρο φιλοξενίας για μετανάστες εγγεγραμμένους στο πρόγραμμα εθελοντικών επιστροφών και επανένταξης (OCAVRR) λειτουργεί με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση – Ευρωπαϊκό Ταμείο Επιστροφής και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

 

 

 

 

 

 

Ο Νετσιρβάν από τη Συρία

 

11/04/2018

 

 

«Αν δεν υπήρχε ο πόλεμος στη Συρία, θα γύριζα στη χώρα μου. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε επειδή η κατάσταση γινόταν χειρότερη. Μέσω του Ιράκ και της Τουρκίας φτάσαμε στα ελληνικά σύνορα και τώρα μένουμε στην ανοιχτή δομή φιλοξενίας για πρόσφυγες και μετανάστες στην Καβάλα.

Παρόλο που σπούδασα οικονομικά, εργάστηκα σε ΜΚΟ σε καμπς προσφύγων στο Ιράκ και τη Συρία. Η διοργάνωση δραστηριοτήτων ήταν από τις αγαπημένες μου ασχολίες. Τα παιδιά πρόσφυγες έχουν εκτεθεί επανειλημμένα σε τραυματικές εμπειρίες και χρειάζονται ιδιαίτερη υποστήριξη λόγω της ευαλωτότητάς τους. Η προστασία παιδιών είναι πραγματικά χρήσιμη καθώς βοηθά τα παιδιά να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους.

Η ζωή μου τώρα είναι πιο ωραία, πιο ήσυχη. Παρακολουθώ τα μαθήματα αγγλικών και ελληνικών ώστε να βελτιώσω τις γλώσσες που μιλάω. Και παίζω στην ομάδα ποδοσφαίρου που φτιάξαμε! Έχουμε παίξει μερικές φορές και με τους ντόπιους. Ήταν καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε Έλληνες. Είναι θαυμάσιο που ερχόμαστε κοντά και μαθαίνουμε οι μεν από τους δε και τέτοιες δραστηριότητες συμβάλλουν πολύ προς αυτή την κατεύθυνση.»

 

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στον αποκλεισμένο στην Ελλάδα μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό και μεταφέρει τα παιδιά προσφύγων και μεταναστών από Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η νέα αρχή του Φαντίλ στο Μαρόκο 

 

27/3/2018

 

 

«Το όνομά μου είναι Φαντίλ και είμαι από το Μαρόκο. Είμαι επωφελούμενος του προγράμματος Εθελοντικής Επιστροφής & Επανένταξης (AVRR) του ΔΟΜ. Ζούσα στην Ελλάδα ως μετανάστης 4 χρόνια και με τη βοήθεια του ΔΟΜ επέστρεψα πίσω στην πατρίδα μου, τον Ιούλιο του 2017, ως δικαιούχος της Βοήθειας Επανένταξης του Οργανισμού.

Δεδομένου ότι είχα 9 χρόνια εμπειρίας ως κρεοπώλης πριν μεταναστεύσω, ζήτησα να χρησιμοποιήσω τη βοήθεια του ΔΟΜ για να φτιάξω το δικό μου κρεοπωλείο.

Επωφελήθηκα από το Πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (AVRR) και τώρα τρέχω το δικό μου κρεοπωλείο στην πατρίδα μου στο Μαρακές. Προσωπικό του ΔΟΜ Ελλάδας με επισκέφθηκε πρόσφατα για αξιολόγηση και χάρηκα πολύ που βρήκαν το μαγαζί μου τακτοποιημένο και καθαρό. Έχω, επίσης πιστοποίηση υγιεινής από την αρμόδια υπηρεσία της πόλης. Η επιχείρησή μου πηγαίνει πολύ καλά, καθώς δεν υπάρχουν άλλα κρεοπωλεία στην περιοχή. Ευχαριστώ πολύ τον ΔΟΜ, δε θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη βοήθεια».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

Ο Ναζίρ και οι κόρες του,

Ζάχρα και Ζέινα

 

15/03/2018

 

 

«Βρίσκομαι εδώ στην Ελλάδα με έξι από τα παιδιά μου, ενώ η γυναίκα μου είναι στην Ελβετία με τη μία μας κόρη. Είναι πολύ ωραία στην Ελλάδα, αλλά σχεδιάζουμε να φύγουμε με οικογενειακή επανένωση, περιμένουμε τα χαρτιά μας με μεγάλη ανυπομονησία.

Φύγαμε από το Αφγανιστάν, περάσαμε στο Ιράν, από εκεί στην Τουρκία και μετά στη Λέσβο. Μείναμε στο νησί οκτώ μήνες και έπειτα ήρθαμε στην Καβάλα. Η ζωή εδώ είναι πολύ καλύτερη, έχουμε το δικό μας χώρο, τα παιδιά μου πηγαίνουν στο σχολείο.

Οι κόρες μου, η Ζάχρα 16 ετών και η Ζέινα 17 ετών, πηγαίνουν στο λύκειο. Η Ζάχρα θέλει να γίνει οδοντίατρος και η Ζέινα δεν είναι σίγουρη ακόμη, αλλά τις αρέσουν πολύ τα οικονομικά. Θέλω να μάθουν καλά να χρησιμοποιούν υπολογιστές, είναι πολύ σημαντικό για το μέλλον τους.

Η ζωή στην Καβάλα, και η σχέση μας με τους Έλληνες είναι πάρα πολύ καλή. Πηγαίνουμε βόλτα στην πόλη, αγοράζουμε αυτά που χρειαζόμαστε, βλέπουμε τον κόσμο, και μιλάμε μαζί τους. Είναι πολύ καλοί άνθρωποι, αγαπούν τους ξένους».

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στον αποκλεισμένο στην Ελλάδα μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό και μεταφέρει τα παιδιά προσφύγων και μεταναστών από Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. 

 

 

 

 

 

 

 

Khurram Shahzad από το Πακιστάν

 

13/3/2018

 

«Με λένε Khurram. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Lahore, στο Πακιστάν. Έχω 4 αδελφές και 2 αδελφούς.

Πήγα σχολείο για 10 χρόνια και σπούδασα στο Εθνικό Κολλέγιο Τεχνών της Lahore. Τελειώνοντας τις σπουδές μου, δούλεψα ως fashion designer και decorator. Όμως η πόλη μου έχει θρησκευτικά και πολιτικά προβλήματα. Μία ημέρα του Ιουλίου  του 2017, ξέσπασε μια πολιτική σύγκρουση και παραλίγο να με σκοτώσουν. Μου ρίξανε καυτό νερό και αν δείτε το σώμα μου είναι καμένο στη μία του πλευρά, ευτυχώς πρόλαβα να σώσω το πρόσωπό μου.

Την επόμενη κιόλας μέρα αποφάσισα να φύγω με προορισμό την Ελλάδα για ένα καλύτερο αύριο. Μου πήρε 1 μήνα να φτάσω στην Τουρκία, περπατώντας με το ταξίδι να μου κοστίζει ψυχικά και οικονομικά.

Δεν είχα σκοπό να πάω σε άλλη ευρωπαϊκή χωρά, παρά μόνο στην Ελλάδα. Είμαι καλλιτέχνης και ήθελα πολύ να δω την αρχαία και σύγχρονη ελληνική τέχνη και τον ελληνικό πολιτισμό, να αντλήσω έμπνευση από αυτά. Είναι ένας τόπος πολιτιστικής σημασίας που μπορεί να δώσει το έναυσμα στις ανθρώπινες δημιουργικές ικανότητες και να κινητοποιήσει κάθε καλλιτέχνη.

Δύο παράγοντες με κάνουν να θέλω πλέον να γυρίσω πίσω. Ο πρώτος είναι ότι παρόλο που έχω πολλές ιδέες και θα ήθελα να τις κάνω πραγματικότητα στην Ελλάδα, δεν βρίσκω ευκαιρίες. Ο δεύτερος είναι ότι τον Δεκέμβριο 2017 πέθανε η μαμά μου και δεν βρισκόμουν εκεί. Τώρα ο πατέρας μου βρίσκεται άρρωστος στο νοσοκομείο και θα ήθελα να βρίσκομαι στο πλευρό του. Το πρόγραμμα των Εθελούσιων Επιστροφών είναι η μοναδική λύση για μένα. Τις δύσκολες αυτές στιγμές θέλω να είμαι δίπλα στην οικογένειά μου » .

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το νέο ξεκίνημα του

Gurwinder στην Ινδία

 

28/2/2018

 

«Το όνομά μου είναι ο Gurwinder και είμαι από την Ινδία. Είμαι επωφελούμενος του προγράμματος Εθελοντικής Επιστροφής & Επανένταξης (AVRR) του ΔΟΜ. Ζούσα στην Ελλάδα ως μετανάστης 6 χρόνια και με τη βοήθεια του ΔΟΜ επέστρεψα πίσω στην πατρίδα μου, το Μάρτιο του 2017, ως διακιούχος της Βοήθειας Επανένταξης του Οργανισμού.

Αρχικά, χρησιμοποιώντας τη βοήθεια επανένταξης του ΔΟΜ, αγόρασα δύο αγελάδες και έστησα την επιχείρησή μου, εδώ στην περιοχή Amritsar στην Ινδία. Μόλις κατάφερα να κερδίσω περισσότερα χρήματα, αγόρασα άλλη μία αγελάδα και αύξησα, έτσι, το εισόδημά μου.

Έχω, επίσης, δικιά μου γη, δίπλα στο σπίτι μου, κι αυτό βοηθάει στην επιχείρησή μου πολύ. Σχεδιάζω να αγοράσω περισσότερες αγελάδες για να παράγω περισσότερο γάλα και να διευρύνω τον κατάλογο των πελατών μου. Η δουλειά μου με έκανε να αισθάνομαι μέρος της κοινότητας και συνέβαλα στην έναρξη της νέας μου ζωής στη χώρα μου.

Ευχαριστώ πολύ τον ΔΟΜ. Είμαι κάτι περισσότερο από χαρούμενος. Νιώθω σημαντικός στη γειτονιά μου. Θα ένιωθα ντροπή να επιστρέψω χωρίς τίποτα πίσω».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

Omar Mahjoob από το Ιράκ

27/2/2018

 

 

«Γεννήθηκα στο χωρίο Sargat που βρίσκεται κοντά στην πόλη Said Sadiq. Έχω 13 αδελφές, 7 αδελφούς και πλέον είμαι πατέρας 7 παιδιών, του Khattab, της Hendie, του Jiehia, του Zakariya, του Shahd, του Al-Rayyan and της μικρής Marina, που γεννήθηκε πριν 3 μήνες. O πατέρας μου ήταν πολύ διάσημος και πλούσιος άντρας στο Ιράκ και παρόλο που δεν πήρα αρκετή αγάπη από εκείνον, αποφάσισα να μεγαλώσω τα παιδιά μου με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Όσο σπούδαζα μηχανικός στο κολλέγιο, δούλευα στο μαγαζί της μητέρας μου πουλώντας γλυκά. Όταν ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, βρήκα δουλειά ως μηχανικός σε μια πετρελαϊκή αμερικανική εταιρεία που δραστηριοποιείται στο Duhok, μία μεγάλη πόλη στο βόρειο Ιράκ. Ήμουν ένας σκληρά εργαζόμενος επιχειρηματίας. Είχα μία πολύ καλή δουλειά και ένα αξιοπρεπές εισόδημα, αλλά ήρθε το ISIS και έτσι έπρεπε να προστατεύσω εμένα και την οικογένειά μου. Αποφάσισα να τους πάρω και να φύγουμε.

Πρώτα, αγόρασα ένα σπίτι στη Sulaimaniya, μία από τις μεγαλύτερες πόλεις στο ιρακινό Κουρδιστάν. Ωστόσο, το ISIS επιτέθηκε και εκεί και η πόλη σχεδόν καταστράφηκε. Εγώ έπεσα θύμα ένοπλης διάρρηξης και έχασα τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων του αυτοκινήτου μου και των χρημάτων μου. Μετά από αυτό το περιστατικό, συνειδητοποίησα ότι η κατάσταση ήταν ασταθής και επικίνδυνη για το μέλλον της οικογένειάς μου. Έτσι, πήρα την απόφαση να φύγω από τη Sulaimaniya. Άφησα τη γυναίκα μου να φροντίσει τα παιδιά και πήγα στην Αίγυπτο, όπου αγόρασα ένα σπίτι για να μπορώ να μένω εκεί και να ταξιδεύω στο Ιράκ για να δουλεύω όταν χρειαζόταν. Έτσι, κάθε εβδομάδα πηγαινοερχόμουν μεταξύ Αιγύπτου και Ιράκ.

Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για κάποιες βδομάδες μέχρι να αποφασίσω ποια είναι η καλύτερη επιλογή. Δυστυχώς, ανακάλυψα πως ούτε η Αίγυπτος ήταν ασφαλής προορισμός. Έφυγα και από εκεί και επέστρεψα στη Sulaimaniya για να πάρω την οικογένειά μου και να ταξιδέψουμε μαζί για την Τουρκία. Μείναμε εκεί περίπου 60 ημέρες. Επόμενος σταθμός μας ήταν η Ελλάδα. Φτάσαμε στην Ορεστιάδα, τον Απρίλιο του 2017. Μόνο 2 πράγματα υπήρχαν στο μυαλό μου: η ασφάλεια και η δουλειά. Είμαι ειδικός στο πετρέλαιο και επειδή το Βέλγιο και η Γερμανία έχουν σπουδαία επιτεύγματα στην τεχνολογία και την επιστήμη σκέφτηκα ότι ήταν τα ιδανικότερα μέρη για να κάνουμε μία νέα αρχή. Προσπάθησα να βρω δουλειά εκεί, αλλά δεν τα κατάφερα.

Η Ελλάδα ήταν όπως την είχα φανταστεί, με εκπληκτικό καιρό, 100% ασφαλής, με φιλόξενους ανθρώπους και με τα παιδιά μου να είναι πραγματικά ενθουσιασμένα που πήγαιναν στο σχολείο. Τα χρήματα όμως που μας δίνονταν εδώ ήταν πολύ λίγα. Η κάθε συσκευασία γάλακτος για μωρά έκανε 9 ευρώ και εγώ χρειαζόμουν 5 κάθε μήνα. Δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα. Εν τω μεταξύ δε σταμάτησα ποτέ να επικοινωνώ με φίλους μου που βρίσκονται ακόμα στην πόλη μου και ενημερώθηκα πως το ISIS έχει φύγει. Γνωρίζοντας ότι το σπίτι μου έχει καταστραφεί αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Έτσι επικοινώνησα με τον ΔΟΜ για να ενημερωθώ για το πρόγραμμα των επιστροφών. Ήξερα πλέον ότι το μέλλον μου, βρίσκεται στην πατρίδα μου.»

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

Το νέο ξεκίνημα του Kuljit

στην Ινδία

23/2/2018

 

 

"Ονομάζομαι Kuljit και είμαι από την Ινδία. Είμαι επωφελούμενος του προγράμματος IOM AVRR και με τη βοήθεια του ΔΟΜ της Ελλάδας επέστρεψα στη χώρα μου.

Τώρα, έχω ένα αγρόκτημα γαλακτοπαραγωγής στο χωριό Bajola, στην περιοχή Kapurthala της Ινδίας. Διαθέτω χώρο εκτός του σπιτιου μου και μοιράζομαι αυτόν τον χώρο με τον αδελφό μου, ο οποίος είναι επίσης αγρότης και διαχειρίζεται επιχειρήσεις βουβαλιών. Χρησιμοποίησα τη βοήθεια Επανένταξης του IOM και ξεκίνησα την επιχείρησή μου με την αγορά δύο βουβαλιών. Στη συνέχεια, κατάφερα να επεκτείνω την επιχείρησή μου καθώς αγόρασα τρεία ακόμα βουβάλια. Το μηνιαίο εισόδημά μου είναι περίπου 10.500 INR.

Ο αδελφός μου με βοήθησε πολύ, καθώς πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση. Δεδομένου ότι τα βουβάλια παράγουν γάλα τέσσερις ή πέντε μήνες το χρόνο, το υπόλοιπο διάστημα εργάζομαι στις γεωργικές επιχειρήσεις ως συμπληρωματική εργασία, με μηνιαίο μισθό 25.000 INR. Αυτή τη στιγμή έχω αποταμιεύσει αρκετά χρήματα και αποφάσισα να επεκτείνω περισσότερο την επιχείρησή μου με τη λήψη ενός δανείου.

Πιστεύω ότι χωρίς ρίσκο, δεν υπάρχει κέρδος. Θα ρισκάρω για το καλύτερο της οικογενειακής επιχείρησης. Ευχαριστώ τον IOM που με βοήθησε να κάνω μία καινούρια αρχή και να συνεχίσω. "

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

Ahmed Wali Mahmood από το Ιράκ

8/2/2018

 

 

«Ονομάζομαι Αχμέντ Γουάλι Μαχμούντ και ήρθα στην Ελλάδα πριν περίπου ένα χρόνο, τον Ιανουάριο του 2017 μαζί με τα δύο μου παιδιά, την Bereevan και τον Heryard. Η κόρη μου είναι 11 ετών και ο γιος μου 6. Αποφασίσουμε να φύγουμε από την πατρίδα μας λόγω ενός σοβαρού οικογενειακού προβλήματος. Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας από το Ερμπίλ, στο Ιράκ. Σταματήσαμε αρχικά στην Τουρκία, στη συνέχεια στη Σάμο και τελικά φτάσαμε στην Αθήνα, όπου και μείναμε σε έναν ξενώνα φιλοξενίας της ΜΚΟ «Πράξις».

Το να φεύγεις από την πατρίδα σου δεν είναι ποτέ εύκολο. Ιδίως όταν έχεις μια καλή δουλειά και ένα αξιοπρεπές εισόδημα. Δούλευα σε δική μου επιχείρηση, ένα κρεοπωλείο με κοτόπουλα για περισσότερο από 24 χρόνια. Αντιθέτως εδώ στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρω μια καλή δουλειά. Επιπλέον, θέλω τα παιδιά μου να πηγαίνουν στο σχολείο. Κατά την παραμονή μας στην Αθήνα, ενημερωθήκαμε από κάποιους συγγενείς ότι το οικογενειακό πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε λύθηκε. Επιτρέψτε μου να μην πω κάτι παραπάνω, καθώς είναι κάτι πολύ προσωπικό. 

Η αλήθεια είναι ότι χαρήκαμε με τα νέα και έκτοτε αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο επιστροφής στην πατρίδα. Επικοινωνήσαμε με τον ΔΟΜ για να μάθουμε λεπτομέρειες. Χάρη στο ότι είχα δικό μου κρεοπωλείο για περισσότερα από 20 χρόνια, τα στελέχη του ΔΟΜ εξέτασαν την πιθανότητα να λάβω εξατομικευμένο πακέτο επανένταξης, γεγονός που θα με βοηθούσε να ξαναχτίσω την επιχείρησή μου σχεδόν από την αρχή. Ο εκπρόσωπος του ΔΟΜ ήταν θετικός και πλέον όχι μόνο είμαι έτοιμος να γυρίσω πίσω, αλλά μπορώ να δουλέψω ξανά. Τα παιδιά μου είναι εξίσου χαρούμενα καθώς ανυπομονούν να γυρίσουν πίσω στο σχολείο τους.»

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

Γιούνες, 10 ετών, από το Ιράκ

 

5/2/2018

 

 

«Το όνομά μου είναι Γιούνες, είμαι 10 χρονών και είμαι από το Ιράκ. Μένω εδώ, στο ανοιχτό κέντρο φιλοξενίας της Δράμας, με τη μητέρα μου, την αδελφή μου και τον αδελφό μου. Ο πατέρας μας δεν είναι μαζί μας. Πρόσφατα ξεκίνησα να πηγαίνω στο ελληνικό σχολείο κάθε μέρα. Τα Ελληνικά είναι το αγαπημένο μου μάθημα και δεν είναι δύσκολα να τα μάθω. Έχω Έλληνες φίλους και συμμαθητές στο σχολείο. Όταν χτυπάει το κουδούνι και βγαίνουμε για διάλλειμα, παίζουμε όλοι μαζί μπάλα στην αυλή του σχολείου. Μου αρέσει τόσο πολύ να πηγαίνω στο σχολείο! Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω γιατρός.»

* Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Χ.Ρ. από το Πακιστάν

 

25/1/2018

 

 

«To όνομά μου είναι Χ.Ρ. και είμαι 16 ετών. Ήρθα στην Ελλάδα από το Πακιστάν πριν περίπου 6 μήνες. Έκτοτε μένω σε έναν ξενώνα ασυνόδευτων ανηλίκων στο κέντρο της Αθήνας. Έχω τέσσερις αδελφούς και δύο αδελφές. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου μένει στην Ιταλία και κάποια στιγμή στο μέλλον θα ήθελα να πάω να τον βρω και να ζήσουμε μαζί. Το όνειρό μου είναι να δουλέψω σαν σεφ σε μία μικρή πόλη της Ιταλίας. Αγαπώ τη μαγειρική. Το αγαπημένο μου φαγητό από το Πακιστάν είναι το μπριάνι – το τοπικό μας ρύζι – ενώ από τη δυτική κουζίνα αγαπώ τα μακαρόνια. Κάθε μέρα από τις οκτώ έως τη μία το μεσημέρι πηγαίνω στο σχολείο και από τις δύο έως τις τέσσερις πηγαίνω στο «Βέλος», μια τοπική οργάνωση όπου μπορώ να μαγειρεύω, να ζωγραφίζω και να κάνω skateboard. Μου αρέσει πολύ να περνάω χρόνο στην κουζίνα, αλλά το βασικό είναι ότι πλέον νιώθω ασφαλής. Όλοι οι εργαζόμενοι στον ξενώνα μας έχουν αγκαλιάσει και επιτέλους μπορώ να ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αζάντ, Έλεν και Πέλιν από το Ιράκ

 

18/1/2018

 

 

«Ονομάζομαι Αζάντ και έχω μία κόρη τριών ετών, την Πέλιν. Φτάσαμε με τη γυναίκα μου στην Ελλάδα πριν πέντε μήνες. Αφήσαμε την πατρίδα μας, το Ερμπίλ στο Ιράκ, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, μια καλύτερη δουλειά και ένα υψηλότερο εισόδημα. Μέχρι και πρόσφατα δουλεύαμε σε μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση, ένα μίνι μάρκετ. Ωστόσο δεν μπορούσαμε να στηρίξουμε οικονομικά τη λειτουργία του και έτσι το κλείσαμε. Εν τω μεταξύ η γυναίκα μου έμεινε έγκυος και τα πράγματα δυσκόλεψαν.

Το ταξίδι μας στην Ευρώπη δεν ήταν εύκολο. Ταξιδεύαμε για μήνες και φτάσαμε στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας. Κάναμε αίτηση ασύλου, ωστόσο αποδείχτηκε μια ιδιαιτέρως χρονοβόρα διαδικασία. Η γυναίκα μου ήταν ήδη εφτά μηνών έγκυος. Συνειδητοποιήσαμε ότι η γέννα μακριά από την πατρίδα και την οικογένειά μας δεν ήταν μια σωστή απόφαση. Έτσι αποφασίσαμε να επιστρέψουμε πίσω, αλλά αυτή τη φορά με ασφάλεια και τρόπο οργανωμένο.

Μάθαμε για τα προγράμματα Εθελούσιας Επιστροφής του ΔΟΜ από έναν φίλο. Επισκεφτήκαμε τα γραφεία στην Αθήνα όπου συμμετείχαμε σε μία συμβουλευτική συνεδρία για το πρόγραμμα επανένταξης και ενημερωθήκαμε για τις επιλογές μας. Από τη στιγμή που είχαμε ήδη εμπειρία στη διαχείριση μια μικρής επιχείρησης, οι άνθρωποι του ΔΟΜ αποφάσισαν να μας δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία. Χάρη στο πρόγραμμα επανένταξης, είμαστε πλέον σε θέση να ανοίξουμε εκ νέου ένα μίνι μάρκετ και να πληρώσουμε μέρος του ενοικίου μας. Τα πρώτα έξοδα θα τα αναλάβει ο ΔΟΜ. Προφανώς καταλαβαίνουμε ότι η επιστροφή στο Ιράκ δεν θα είναι εύκολη υπόθεση, ωστόσο ανυπομονούμε να ξεκινήσουμε να δουλεύουμε, να φτιάξουμε τη ζωή μας ξανά και να υποδεχτούμε το μωράκι μας.  Επιπλέον, η γυναίκα μου, η οποία γεννάει σε λίγες ημέρες, θα έχει πλέον την ειλικρινή στήριξη της οικογένειά μας, που μας περιμένει πίσω στην πατρίδα.»

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Nozary Samir επιστρέφει στο Ιράν

 

6/12/2017

 

 

«Ήρθα στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2017. Οι γονείς μου ήταν αντίθετοι με την απόφασή μου να φύγω από το Ιράν, άλλωστε είχα ήδη ξεκινήσει μαθήματα πληροφορικής και δεν αντιμετώπιζα κανένα πρόβλημα στην χώρα μου. Στόχος μου ήταν να εκπληρώσω το όνειρό μου, να γνωρίσω την Ευρώπη και να ενσωματωθώ σε αυτήν. Όταν έφτασα στη Σάμο η αλήθεια είναι ότι φοβήθηκα. Ήρθα στο κέντρο υποδοχής όπου πολλοί άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων έμεναν ήδη εκεί. Με το πέρασμα του χρόνου, μου άρεσε το νησί και οι άνθρωποι, έκανα φίλους. Σκέφτηκα πως θα ήθελα να μείνω στην Ελλάδα.
Οι μήνες περνούσαν και εγώ σκεφτόμουν, μέσα από τις δυσκολίες της καθημερινότητας, την οικογένειά μου και τους φίλους μου στο Ιράν.  Μου είχαν λείψει πολύ. Γνώριζα ήδη για το πρόγραμμα εθελοντικών επιστροφών του ΔΟΜ και πήρα την απόφαση να επιστρέψω στην πατρίδα μου. Πλέον με χαροποιεί η ιδέα να είμαι δίπλα στους γονείς και τους φίλους μου και να ξεκινήσω από την αρχή μετά από αυτή την εμπειρία μου. Ωστόσο, δεν θα ξεχάσω ποτέ τους φίλους που έκανα».
 
Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

 

O Μοχαμάντ φτιάχνει αραβικές πίτες

 

24/11/2017

Ο Μοχαμάντ και άλλοι μετανάστες και πρόσφυγες από την Ανοιχτή Δομή Φιλοξενίας στην Ανδραβίδα επισκέφθηκαν το τοπικό αρτοποιείο στο κοντινό χωριό της Μυρσίνης και βοήθησαν τον αρτοποιό να φτιάξει παραδοσιακές αραβικές πίτες. Ενώ μέχρι τώρα προμηθεύονταν αραβικές πίτες από την Αθήνα, το αρτοποιείο τους έδωσε την ευκαιρία να τις φτιάχνουν μόνοι τους και στη συνέχεια να τους προμηθεύει δύο φορές την εβδομάδα.

Με τη χρηματοδότηση της Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Προστασίας και Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG ECHO), ο ΔΟΜ παρέχει στήριξη στην Ελληνική Κυβέρνηση ως προς τον συντονισμό και την διοίκηση δομών φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων. Ειδικότερα, οι Συντονιστές Δομών (Facility Coordinators) μαζί με διερμηνείς του ΔΟΜ υποστηρίζουν τον εκάστοτε Διοικητή στην καθημερινή διοίκηση και οργάνωση των δράσεων και υπηρεσιών εντός της δομής.

Οι εργαζόμενοι υποστήριξης κοινότητας (Community Support workers) εξασφαλίζουν την προστασία των ευάλωτων περιπτώσεων, διευκολύνουν την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες και παραπέμπουν σε αρμόδιες δομές, ενώ παράλληλα προωθούν τη συμμετοχή της κοινότητας σε καθημερινές δραστηριότητες του χώρου (συντονισμός δομής, αυτοδιοίκηση, καθαρισμός/συντήρηση, ομάδες ενδυνάμωσης, ευαισθητοποίηση σχετικά με τη χρήση των εγκαταστάσεων).

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαλίχ και Χουσεΐν από το Ιράκ

 

23/1/2017

 

«Ονομάζομαι Σαλίχ και γεννήθηκα τον Απρίλιο του 1992 στην πόλη Zakho του Ιράκ σε μια οικογένεια με τέσσερις αδελφούς και τέσσερις αδελφές. Ο πατέρας μας ήταν το μόνο μέλος της οικογένειας που εργαζόταν και τα βγάζαμε πέρα πολύ δύσκολα. Τότε ήταν που αποφάσισα να αφήσω το σχολείο και να πιάσω δουλειά. Αρχικά δούλευα ως οδηγός ταξί και στη συνέχεια ως υπάλληλος σε παντοπωλείο. Κατόπιν δούλεψα για λίγο στο ξυλουργείο του θείου μου. Ωστόσο δεν ήμουν ικανοποιημένος και αποφάσισα να ταξιδέψω στην Ευρώπη για μια καλύτερη δουλειά.

Τον Χουσεΐν τον γνώρισα στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε τα Ευρωπαϊκά σύνορα. Είναι ξυλουργός, παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων παιδιών. Όταν ξέσπασε η κρίση στο Ιράκ έμεινε άνεργος, όπως και πολλοί άλλοι συμπατριώτες μας και αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Ευρώπη για να εξασφαλίσει ένα μεγαλύτερο εισόδημα.Ταξιδέψαμε μέχρι την Τουρκία και εκεί οργανώσαμε το σχέδιο μας να περάσουμε στην Ευρώπη. Φτάσαμε στην Ελλάδα και στη συνέχει στην Ιταλία. Εκεί ωστόσο μας συνέλαβαν και μείναμε στη φυλακή για τρεις μήνες. Στη συνέχεια, οι ιταλικές αρχές μας έστειλαν πίσω στην Ελλάδα.

Ούτε εκεί ήταν εύκολα τα πράγματα. Δεν είχαμε σπίτι να κοιμηθούμε, λεφτά να ζήσουμε και η πρόσβαση στο φαγητό ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Οι αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζαμε δυνάμωσαν τη φιλία μου με τον Χουσεΐν. Ήμαστε πια οκτώ μήνες μακριά από τις οικογένειές μας και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας. Μάθαμε για τον ΔΟΜ από άλλους μετανάστες που συζητούσαν να εγγραφούν στο πρόγραμμα Εθελούσιων Επιστροφών. Επισκεφτήκαμε τα γραφεία του Οργανισμού στην Αθήνα και μας ενημέρωσαν για τη δυνατότητα κατάθεσης ενός κοινού επιχειρηματικού σχεδίου επανένταξης, μέσω του οποίου θα μπορούσαμε να δουλέψουμε ξανά στο Ιράκ.

Η ομάδα του AVRR αφού εξέτασε διεξοδικά το σχέδιό μας αποφάσισε να το εγκρίνει, δεδομένου μάλιστα ότι και οι δύο είχαμε ασχοληθεί με την ξυλουργική στο παρελθόν. Έχουν περάσει λίγοι μήνες από τότε ξεκινήσαμε την κοινή μας επιχείρηση με τον Χουσεΐν, η οποία μάλιστα πηγαίνει πάρα πολύ καλά! Πλέον μπορούμε και στηρίζουμε οικονομικά τις οικογένειές μας. Χάρη στον ΔΟΜ η ζωή μας μπήκε σε μία τάξη και πλέον μπορούμε να κοιτάμε το μέλλον των παιδιών μας με περισσότερη αισιοδοξία».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

Ρεχμάτ Ουλάχ, 45, από το Πακιστάν

 

22/11/2017

 

«Ονομάζομαι Ρεχμάτ Ουλάχ και γεννήθηκα στο Πακιστάν 45 χρόνια πριν. Έφυγα από  τη γενέτειρά μου, Σιαλκότ, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. Δυσκολευόμουν πολύ να βρω δουλειά. Κάποια χρόνια πριν δούλευα στο μανάβικο του πατέρα μου, αλλά μετά το θάνατό του τα πράγματα δυσκόλεψαν και αναγκάστηκα να κλείσω τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Το ταξίδι μου με προορισμό την Ελλάδα δεν ήταν εύκολο. Πέρασα και δέκα μέρες στην Κωνσταντινούπολη αλλά ούτε εκεί κατάφερα να βρω δουλειά.

Στην Ελλάδα έφτασα πέντε χρόνια πριν και πήγα στη Θήβα, όπου και δούλευα σαν αγρότης. Ζούσα και κοιμόμουν σε μια αποθήκη και αντί για λεφτά μου έδιναν φαγητό για να ζήσω. Έμεινα εκεί για εννέα μήνες πριν φύγω για να αναζητήσω δουλειά σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως η Άρτα, η Πάτρα, η Χαλκίδα και η Λυκόβρυση, ένα προάστιο των Αθηνών.

Πριν δεκαοκτώ μήνες συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πάει καλά με το σώμα μου. Η κοιλιά μου είχε πρηστεί εξαιτίας μεγάλης ποσότητας υγρού. Πονούσα πολύ και η πρόσβαση στο Ελληνικό Σύστημα Υγείας δεν ήταν εύκολη. Τότε μία φίλη μου μού πρότεινε να απευθυνθώ στον ΔΟΜ. Ήταν άλλωστε και η στιγμή που άρχισα να σκέφτομαι το ενδεχόμενο να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου και στις τρεις αδελφές μου. Έκανα αίτηση για το πρόγραμμα των Εθελούσιων Επιστροφών, όμως εξαιτίας της κατάστασης της υγείας μου δεν μπορούσα να ταξιδέψω και μεταφέρθηκα στο Ανοικτό Κέντρο Φιλοξενίας του ΔΟΜ. Το προσωπικό του κέντρου αποδείχτηκε σωτήριο για την υγεία μου και με βοήθησαν να διαχειριστώ τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζα. Είχα διαγνωστεί με στένωση μιτροειδούς βαλβίδας και η επέμβαση ήταν η μόνη λύση.

Φοβόμουν πολύ. Χάρη στο ιατρικό προσωπικό της Ανοιχτής Δομής Φιλοξενίας κατάφερα να χειρουργηθώ. Όλα πήγαν καλά και παρόλο που είμαι ακόμα αδύναμος σωματικά, συναισθηματικά νιώθω πιο δυνατός και μπορώ πλέον να ταξιδέψω στην πατρίδα μου. Για τον επόμενο χρόνο δεν θα μπορώ να δουλέψω, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι οι πιθανότητες να βρω δουλειά στο Πακιστάν είναι περισσότερες από εδώ. Η διαμονή μου στο Ανοικτό Κέντρο του ΔΟΜ ήταν εμπειρία ζωής για μένα. Είχα το δικό μου καθαρό δωμάτιο, νόστιμο φαγητό και εξαιρετικό προσωπικό. Το αγαπημένο μου φαγητό στην Ελλάδα είναι μπιφτέκια με πατάτες στο φούρνο και στο Πακιστάν κιμάς με αρακά.

Πραγματικά πιστεύω ότι πλέον είμαι έτοιμος να γυρίσω πίσω και να ξεκινήσω τη ζωή μου από την αρχή. Δεν υπάρχουν λόγια να ευχαριστήσω το ΔΟΜ και ιδιαίτερα το ιατρικό προσωπικό. Είμαι ζωντανός χάρη σε αυτούς!».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

Φαρχάντ, o μαραθωνοδρόμος

16/11/2017

 

Ήταν 9:00 το πρωί όταν ακούστηκε ο εναρκτήριος πυροβολισμός και ένα κύμα δρομέων ξεκίνησε από την πόλη του Μαραθώνα για να καλύψει απόσταση 42 χλμ. μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο στο κέντρο της Αθήνας. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Φαρχάντ, ένας 46χρονος μετανάστης από το Ιράν, ο οποίος είχε όνειρο ζωής να περάσει τη γραμμή τερματισμού του Αυθεντικού Μαραθωνίου της Αθήνας.

Προπονούνταν μόνος, καθημερινά και ακατάπαυστα, δείχνοντας αληθινή αφοσίωση στο στόχο και το πάθος του, και την προηγούμενη Κυριακή κατάφερε να τρέξει στον πρώτο του Μαραθώνιο, σε μια πραγματική γιορτή του ανθρώπινου πνεύματος.

Ο ΔΟΜ Ελλάδας υποστήριξε τον 46χρονο μετανάστη με τον κατάλληλο αθλητικό εξοπλισμό, τις προβλεπόμενες ιατρικές εξετάσεις, καθώς και εξειδικευμένο πρόγραμμα διατροφής, προκειμένου να προετοιμαστεί και να συμμετάσχει στον αγώνα.

Ο Φαρχάντ άρχισε να τρέχει αφότου έφτασε στην Ελλάδα. Το ταξίδι του ήταν μακρύ και δύσκολο – από την Τουρκία στη Λέσβο, στη συνέχεια στην Ειδομένη στα σύνορα με την ΠΓΔΜ και έπειτα στο Ελληνικό στην Αθήνα.

Ξεκίνησε μόνος του την προπόνηση, καλύπτοντας την απόσταση από το Ελληνικό προς την Γλυφάδα και πίσω, αυξάνοντας σταδιακά την απόσταση. Όταν αισθάνθηκε αρκετά δυνατός, συμμετείχε σε δύο Ημιμαραθώνιους (20 χλμ.).

Πήρε μέρος στον 35ο Μαραθώνιο της Αθήνας, στις 12 Νοεμβρίου 2017, μαζί με περισσότερους από 50.000 δρομείς από όλο τον κόσμο. Η αποφασιστικότητα του Φαρχάντ ήταν φανερή από την αρχή. «Θα τερματίσω», απάντησε γεμάτος αυτοπεποίθηση όταν του είπαν ότι θα ήταν δύσκολος να τερματίσει και να καλύψει όλη την απόσταση. Και πράγματι, τελείωσε 614ος σε 3 ώρες και 22 λεπτά, εξαντλημένος, αλλά βαθιά υπερήφανος, με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό του.

Ο Φαρχάντ ζει με το γιο του στο ανοικτό κέντρο μεταναστών και προσφύγων της Θήβας, το οποίο προσφέρει ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, χάρη στην υποστήριξη της Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Προστασίας και Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG ECHO).

 

 

 

 

 

 

 

Η κυρία Σαλώμη από τη Γεωργία

 

07/11/2017

 

Η κυρία Σαλώμη, 27 χρονών, ζούσε στην Ελλάδα με την μητέρα της για περισσότερο από 5 χρόνια όταν αποφάσισε να γυρίσει στη Γεωργία λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Το σχέδιο της ήταν να ανοίξει μία δομή φροντίδας για τα παιδιά μετά το σχολείο με διάφορες δημιουργικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες και όχι απλά ένα μέρος οπού θα διαβάζουν σχολικά βιβλία. Αυτό το σχέδιο, που παρέμενε μια ιδέα για πολλά χρονιά, ήταν αδύνατον να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών περιορισμών. Όμως, μέσω του βοηθήματος επανένταξης που χορηγήθηκε από το ΔΟΜ Ελλάδας η κυρία Σαλώμη κατάφερε να υλοποιήσει το σχέδιο αυτό με επιτυχία στην πόλη της, το Kutaisi. Η δομή φροντίδας άνοιξε το Νοέμβριο 2017. Παραμυθιά, ζωγραφική, διάβασμα και ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση είναι μερικές από τις δραστηριότητες που απολαμβάνουν τα παιδιά. Η κυρία Σαλώμη έχει και τη βοήθεια της αδελφής της, Σοφίας, που είναι έμπειρη σε αυτόν το τομέα. Η δομή φροντίδας εισπράττει σχεδόν 430 γεωργιανά λάρι το μηνά, ενώ το σχολείο παίρνει 50 λάρι το μηνά για κάθε παιδί που έχει εγγραφεί στο κέντρο. Η δικαιούχος αναφέρει ότι το μηνιαίο εισόδημα είναι πολύ ικανοποιητικό και επαρκές ακόμα και για αποταμίευση.

Η κυρία Σαλώμη και η αδερφή της Σοφία εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για το ΔΟΜ Ελλάδας αφού το επιχειρηματικό τους πλάνο δε θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμβολή του ΔΟΜ. Άμεσος στόχος μάλιστα είναι η επέκταση του κέντρου, καθώς η δουλειά ολοένα και αυξάνεται.

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Hassan Hosseini, από το Αφγανιστάν

 

17/10/2017

 

Το 2016 ο κύριος Χοσεϊνί Ιν δούλευε σε ένα σιδηρουργείο στο Αφγανιστάν. Ήταν εκείνη τα στιγμή που αποφάσισε να πάει στο εξωτερικό, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον και ένα υψηλότερο εισόδημα. Το αρχικό του σχέδιο ήταν να πάει στη Ελβετία. Το ταξίδι του από το Αφγανιστάν στην Ευρώπη ήταν γεμάτο δυσκολίες αφού δεν ταξίδευε με ομαλό τρόπο. Κατάφερε να έρθει στην Ελλάδα οπού πέρασε περίπου οχτώ μήνες χωρίς να μπορέσει να πάει στην Ελβετία, όπου ήταν και ο στόχος του. Ήταν πλήρως ενημερωμένος για τους κίνδυνους που μπορούσαν να αποβούν μοιραίοι για όσους μετανάστευαν στην Ευρώπη. Οπότε αντί για αυτό, επέλεξε να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του με την υποστήριξη του ΔΟΜ. 

Με την επιστροφή του, αποφάσισε να επενδύσει σε ένα σιδηρουργείο στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, την Καμπούλ. Αποφάσισε να προσεγγίσει το πρώην αφεντικό του, με το οποίο δούλεψε πριν φύγει για την Ευρώπη, ελπίζοντας ότι θα ενδιαφέρονταν να δημιουργήσουν μια επιχείρηση μαζί. Με τη βοήθεια του ΔΟΜ στην Ελλάδα και το Αφγανιστάν το σχέδιο του έγινε πραγματικότητα. Ο κύριος Χοσεϊνί τώρα κατέχει 50% της επιχείρησης και το μαγαζί του είναι κοντά στο σπίτι του. Μαζί με το συνέταιρό του κατασκευάζουν σιδηρουργικά προϊόντα όπως κάσες παράθυρων, πόρτες, πλέγματα κλπ. Το καθαρό του εισόδημα είναι περίπου 200 ευρώ το μήνα. Ξοδεύει 28 ευρώ για το ενοίκιο του ενώ μπορεί και συντηρεί και την οικογένεια του.

Χάρις στην προηγουμένη του εμπειρία  και το κίνητρο του έμαθε πολύ γρηγορά όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του και τώρα είναι ένας πολύ κάλος τεχνίτης μετάλλου. Ο κύριος Χοσεϊνί είναι πολύ χαρούμενος με την γυναικά του χάρη στην εξάπλωση της επιχείρησης. Οι δυο συνέταιροι προσέλαβαν έναν εργάτη για το μαγαζί τους και στοχεύουν να ανοίξουν και δεύτερο κατάστημα σε άλλη περιοχή της Καμπούλ για να έχουν περισσοτέρους πελάτες και υψηλότερο εισόδημα.

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

Karim Dhahi, 28, από το Ιράκ

 

15/9/2017

 

Ονομάζομαι Καρίμ και είμαι από την περιοχή της Μοσούλης, στο βόρειο Ιράκ. Όταν το Ισλαμικό Κράτος εισέβαλε στη γη μας, ως Γεζίντι δεν είχα άλλη επιλογή από το να φύγω. Έφτασα στη Σάμο πριν από 18 μήνες.

Πονάει η καρδιά μου που αναγκάστηκα να αφήσω την πατρίδα μου. Δυσκολεύομαι να μοιραστώ όσα πέρασα, τα φρικτά πράγματα που με οδήγησαν στην απόφασή μου να φύγω. Κανείς δεν εγκαταλείπει τον τόπο του χωρίς λόγο. Ο λαός μου έχει ξεριζωθεί. Έκανα το ταξίδι με κάποιους συγγενείς μου. Κουβαλούσα στα χέρια τη θεία μου, γριά γυναίκα, που δεν μπορούσε να περπατήσει τόσο δρόμο ως τις ακτές του Αιγαίου.

Πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος στον τόπο μου, ήμουν μαραγκός, έφτιαχνα ντουλάπια για κουζίνες και λοιπά. Ήμουν χαρούμενος και επίσης, πολύ πιο μυώδης από ό,τι σήμερα. Όταν έφυγα από το Ιράκ, ζύγιζα 95 κιλά. Τώρα, είμαι με το ζόρι 75.

Όταν έφτασα στην Ελλάδα, γράφτηκα στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Όπως τόσοι άλλοι, έβλεπα ως τελικό μου προορισμό τη Γερμανία, οπότε η μέρα που έμαθα ότι τελικά εκεί θα πάω ήταν μέρα χαράς. Το μόνο που θέλω είναι μια φυσιολογική ζωή, να μάθω τη γλώσσα, να βρω δουλειά ως μαραγκός ή οτιδήποτε άλλο, για να πω την αλήθεια. Θέλω να ζήσω ανεξάρτητος.

Ακόμα κι αν η ειρήνη επιστρέψει στην πατρίδα μου, δεν νομίζω ότι θα γυρίσω πίσω. Θα ήταν πολύ οδυνηρό. Ακόμα κι αν η ζωή επιστρέψει στους κανονικούς της ρυθμούς, όλα θα μου θυμίζουν τα όσα φρικτά είδα και έζησα. Η ζωή μου είναι πλέον στην Ευρώπη.

 

 

 

 

 

O Αμπντουλάχ από τη Συρία

 

29/8/2017

 

Ονομάζομαι Αμπντουλάχ και είμαι από το Αλέππο. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2015 έφυγα από τη Συρία για την Τουρκία. Η κατάσταση της οικογένειάς μου ήταν πραγματικά κακή και εξακολουθεί να είναι, χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Έπρεπε να φύγω από τη Συρία γιατί αν είσαι νεαρός εκεί, όλοι θέλουν να σε στρατολογήσουν, είτε στον στρατό του Άσαντ είτε στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό ή ακόμα και στον ISIS. Δεν θέλω να πολεμήσω για κανένα από αυτούς, είναι όλοι δολοφόνοι. Μισώ το σύστημά τους και το πώς η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τους ανθρώπους, εκμεταλλεύονται τα πάντα. Και κανείς δεν αγωνίζεται για να απελευθερώσει τον λαό, απλά τον σκοτώνει. Δεν θα σου πω ότι μία πλευρά είναι καλύτερη από την άλλη, όχι. Όλοι τους είναι δολοφόνοι.

Ο κόσμος αναρωτιέται  γιατί οι άνθρωποι φεύγουν από τη Συρία. Είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να ζήσει στη Συρία πια. Δεν μπορείς να περπατήσεις στο δρόμο επειδή μπορεί κάποια σφαίρα να σε βρει στο κεφάλι, ή μια βόμβα θα πέσει πάνω σου, ή τα χημικά όπλα θα σε πνίξουν μέχρι θανάτου. Δεν υπάρχει νερό, δεν υπάρχει ηλεκτρική ενέργεια, δεν υπάρχουν δουλειές, δεν υπάρχει μέλλον. Δεν υπάρχει τίποτα. Σπούδαζα στο πανεπιστήμιο, αλλά δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου εξαιτίας των στρατιωτικών υπηρεσιών που με κυνηγούσαν. Έπρεπε επίσης να δουλέψω, καθώς ο πατέρας μου ήταν πολύ άρρωστος, ήταν άνθρωπος με αναπηρία. Επιπλέον, έρχομαι από μια πολύ μεγάλη οικογένεια: έχω 6 αδελφές και 3 αδελφούς και όλοι τους έχουν παιδιά.

Έτσι, αποφάσισα να φύγω μόνος μου. Έμεινα στην Τουρκία για πέντε μήνες και πέρασα στην Ελλάδα στις 20 Μαρτίου 2016, φτάνοντας στο νησί της Χίου, μένοντας εκεί για πέντε ημέρες. Στη συνέχεια, προχώρησα βόρεια, στα σύνορα, όπου έμεινα στο περιβόητο βενζινάδικο. Εκεί, εργάστηκα για ιατρικές ομάδες ως μεταφραστής, πρώτα σε εθελοντική βάση και στη συνέχεια με μισθό. Στη χώρα μου εργαζόμουνα ως τουριστικός οδηγός από όταν ήμουν 15 ετών, γι' αυτό μιλάω με μεγάλη άνεση αγγλικά και αυτό βοήθησε πολύ.

Πίσω στη Συρία σπούδαζα  χρηματοοικονομικά, και μου άρεσε πολύ, αλλά ταυτόχρονα δούλευα, για παράδειγμα σαν ξυλουργός. Έφυγα από τη χώρα μου χωρίς να έχω συγκεκριμένο προορισμό στο μυαλό μου. Απλά ήθελα μια ασφαλή χώρα για να ζήσω. Και δεν πρόκειται να σου πω ψέματα, η Τουρκία μπορεί να είναι μία ασφαλής χώρα, αλλά έχει πολλά πολιτικά προβλήματα και ως πρόσφυγες δεν έχουμε κανένα απολύτως δικαίωμα, οπότε είναι αδύνατο να εγκατασταθούμε εκεί.

Και τώρα θα μετεγκατασταθώ τελικά στην Ισπανία, είμαι πραγματικά ενθουσιασμένος, δεν μπορώ να περιμένω. Έχω τόσους πολλούς φίλους εκεί, στη Βαλένθια, στη Βαρκελώνη, στο Μπιλμπάο, στη Μαδρίτη και τους γνώρισα όλους εδώ στην Ελλάδα. Θα ξεκινήσω μια νέα ζωή, θα συνεχίσω με τις σπουδές μου, θα εκπληρώσω τα όνειρά μου. Και θα ήθελα να φέρω τη μητέρα μου μαζί. Δεν θέλω να τη χάσω κι αυτή, να μη την ξαναδώ. Ο πατέρας μου πέθανε την  ημέρα που έφτασα στο νησί της Χίου.

 

 

 

 

Ο Μασούντ από την Καμπούλ

 

25/08/2017

 

Ο Μασούντ μαζί με τη σύζυγο και τις δυο τους κόρες ήρθαν στην Ελλάδα από το Αφγανιστάν 1,5 χρόνο πριν. Τον περισσότερο καιρό τον πέρασαν στο Ελληνικό, το παλιό διεθνές αεροδρόμιο που μετετράπη σε ανεπίσημη δομή φιλοξενίας κατά την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης. Εδώ και τρεις μήνες, το Ελληνικό, γνωστό για τις κακές συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού, εκκενώθηκε. Ο Μασούντ και η οικογένειά του ήταν μεταξύ των περίπου 350 ανθρώπων που μεταφέρθηκαν στην καινούργια δομή φιλοξενίας κοντά στη Θήβα.

«Η απόφαση να αφήσουμε την πατρίδα μας δεν ήταν εύκολη. Όμως, στην Καμπούλ υπάρχουν πολλά προβλήματα: ζητήματα ασφαλείας, επιθέσεις αυτοκτονίας, βομβιστικές επιθέσεις, συνεχείς ανταλλαγές πυροβολισμών. Αυτοί είναι κάποιοι λόγοι που ο κόσμος φεύγει για την Ευρώπη. Δεν υπάρχει καμία ασφάλεια, δεν μπορούμε να κυκλοφορήσουμε στο δρόμο γιατί δεν ξέρουμε πότε ή πού θα εκραγεί η επόμενη βόμβα. Τα προβλήματα είναι πολλά και η κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται.

Έτσι, φύγαμε το 2016 και μας πήρε 28 μέρες για να φτάσουμε. Ήταν πολύ άσχημο ταξίδι. Είναι πολύ επικίνδυνη η διάσχιση των συνόρων και ακόμα πιο επικίνδυνη είναι η θάλασσα. Αλλά, ο κόσμος επιλέγει να συνεχίσει, καθώς δεν έχει άλλη επιλογή.

Περάσαμε στην Ελλάδα πριν από την κοινή δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, όταν τα σύνορα ήταν ακόμα ανοιχτά. Φτάσαμε τον Φεβρουάριο στη Χίο και από εκεί πήγαμε κατευθείαν στα σύνορα και δοκιμάσαμε να περάσουμε στην πΓΔΜ. Ωστόσο, τα σύνορα είχαν πια κλείσει. Δεν μείναμε στον καταυλισμό της Ειδομένης, δεν θα άφηνα με τίποτα την οικογένειά μου να ζήσει εκεί. Επιστρέψαμε στην Αθήνα και μεταφερθήκαμε στο Ελληνικό.

Η εκεί εμπειρία δεν ήταν καθόλου καλή, υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι, ζούσαμε σε σκηνές. Αρχικά ήταν πολύ άσχημα και για να είμαι ειλικρινής, δεν βελτιώθηκε τίποτα μέχρι που εγκατασταθήκαμε εδώ στη Θήβα. Πάνε τρεις μήνες που ζούμε εδώ και ήδη νιώθουμε πολύ καλύτερα. Επιτέλους, μένουμε σε ένα ωραίο μέρος, οι συνθήκες διαβίωσης έχουν βελτιωθεί θεαματικά. Κάθε οικογένειά έχει το δικό της χώρο, είτε σε οικίσκο είτε σε διαμέρισμα, κάτι που μοιάζει με αληθινό σπίτι. Μπορούμε να μαγειρεύουμε, έχουμε τρεχούμενο νερό, κλιματισμό και ηλιακό θερμοσίφωνα. Είμαστε πολύ καλά εξοπλισμένοι, όλα είναι πολύ καλά. Και οι εργαζόμενοι εδώ πέρα είναι πολύ καλοί, μας ακούν και μας βοηθούν.

Στο Αφγανιστάν εργαζόμουν για ευρωπαϊκές εταιρίες στον τομέα των logistics. Έμαθα αγγλικά μέσα από τη δουλειά, γεγονός που τελικά με βοήθησε πολύ. Θέλω να φτιάξω τη ζωή μου εδώ στην Ελλάδα, να βρω δουλειά για να συντηρώ την οικογένειά μου. Η σύζυγος και οι κόρες μου θέλουν να μείνουμε στην Ελλάδα επειδή οι άνθρωποι είναι καλοί κι ευγενικοί. Όλοι φέρονται στα παιδιά μας με μεγάλη αγάπη και το εκτιμώ πολύ αυτό.

Πιστεύω ότι θα έχουμε ένα καλύτερο μέλλον, ειδικά οι κόρες μου. Γι’ αυτό ήρθαμε στην Ευρώπη, για να εξασφαλίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας. Τα κορίτσια μου είναι 9 και 4 χρονών. Η μεγάλη πάει σχολείο εδώ στο κέντρο διαμονής και από τον Σεπτέμβριο, θα γραφτεί στο ελληνικό σχολείο. Ανυπομονώ να την δω μαθήτρια και πάλι!»

* Ο ΔΟΜ Ελλάδας, χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης στον αποκλεισμένο στην Ελλάδα μεταναστευτικό και προσφυγικό πληθυσμό.

 

 

 

Νουρ, 20 ετών

27/7/2017

 

Το ονόμά μου είναι Noor και είμαι 20 ετών. Κατάγομαι από την πόλη Deir Ez-Zor στη Συρία. Ο πόλεμος οδήγησε εμένα και την οικογένειά μου μακριά από την πατρίδα μας, πριν από τέσσερα χρόνια. 

Αποφοίτησα από το γυμνάσιο, αλλά ο πόλεμος και η προσφυγιά μου στέρησαν την  ευκαιρία να πάω στο Πανεπιστήμιο. Αυτό είναι που σχεδιάζω να κάνω τώρα στην Ολλανδία, όπου θα μετεγκατασταθώ. Θα υποβάλω αίτηση για την Ιατρική Σχολή.

Από τότε που ήμουν μικρό κορίτσι ήθελα να σπουδάσω Ιατρική, θυμάμαι να ονειρεύομαι να φοράω τη λευκή ρόμπα. Έμπνευσή μου είναι οι δύο γιατροί θείοι μου, θέλω να ακολουθήσω τα βήματά τους. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα τί γιατρός θα ήθελα να γίνω, αλλά έχω ακόμα χρόνο να αποφασίσω.

Μου αρέσει η ζωή μου στην Ευρώπη, παρά τις κακουχίες. Οι άνθρωποι είναι απλοί, όπως και στη Συρία και είναι ένα πολύ ασφαλές μέρος. Θεωρώ ότι θα προσαρμοστώ εύκολα στην Ολλανδία, όπως έχω προσαρμοστεί κι εδώ στην Ελλάδα.

Όσο και ανυπομονώ να φτάσω στην Ολλανδία για μια νέα αρχή, σίγουρα θα επιστρέψω στην Ελλάδα κάποια μέρα, ελπίζω για διακοπές, καθώς έχω δει τόσα πολλά όμορφα μέρη εδώ που θα ήθελα να εξερευνήσω.

 

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στην Ολλανδία: Η οικογένεια του Αμπνταλσαλάμ

 

25/7/2017

 

Όταν ο πόλεμος έφτασε στην πόλη μας, την Deir Ez-Zor, αρχίσαμε να πηγαίνουμε από μέρος σε μέρος στη Συρία, έως ότου αναγκαστήκαμε να φύγουμε, διότι ήταν πολύ επικίνδυνα. Εγκαταλείψαμε την πατρίδα μας για την Τουρκία, όπου μείναμε 3 χρόνια σε ένα κέντρο προσφύγων στα σύνορα με τη Συρία. Εκεί ήμασταν κοντά στον πόλεμο ξανά, βλέπαμε τους βομβαρδισμούς και τους ακούγαμε στην άλλη πλευρά των συνόρων. Για εμάς τίποτα δεν έχει βελτιωθεί και για 3 χρόνια μοιραζόμασταν μια μικρή σκηνή με έξι άτομα. Ήταν μια δοκιμασία.

Οι συνθήκες διαβίωσης στο κέντρο προσφύγων και το γεγονός ότι τα παιδιά μας δεν είχαν την ευκαιρία συνεχίσουν  την εκπαίδευσή τους στην Τουρκία, με ανάγκασαν να φύγουμε μαζί με τη γυναίκα μου για την Ευρώπη. Περάσαμε στην Ελλάδα με βάρκα, κοντέψαμε να πεθάνουμε, αλλά καταφέραμε να φτάσουμε στο νησί της Λέσβου.  Ήταν Φεβρουάριος του 2016.

Οι Έλληνες μας βοήθησαν πραγματικά σε αυτές τις δύσκολες στιγμές που περάσαμε, αυτό θα το θυμόμαστε. Το χειρότερο, κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στην Ελλάδα ήταν ο χρόνος που περάσαμε στα βόρεια σύνορα, στο αυτοσχέδιο στρατόπεδο της Ειδομένης. Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός, κοιμόμασταν στο έδαφος, οι τουαλέτες ήταν χάλια και μπορούσαμε να μαγειρεύουμε μόνο σε φωτιά, στο ύπαιθρο. Μετά από επτά μήνες μας μετέφεραν στο κέντρο προσφύγων στο Κουτσόχερο, κοντά στη Λάρισα στην κεντρική Ελλάδα και εκεί βελτιώθηκε η ζωή μας. Εγκαταλείψαμε το Κουτσόχερο μόλις χθες το βράδυ και φτάσαμε εδώ απευθείας. Αύριο θα πετάξουμε για Ολλανδία.

Έχουμε φίλους και οικογένεια στην Ολλανδία, οπότε είμαστε ευτυχισμένοι που θα μεταφερθούμε εκεί. Τα αδέλφια της συζύγου μου μετεγκατασταθηκαν εκεί πριν από περίπου 2,5 μήνες στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος της ΕΕ και ανυπομονούμε να τα συναντήσουμε ξανά. Η οικογένειά μας λέει ότι οι άνθρωποι στην Ολλανδία είναι ευγενικοί μαζί τους, τους αντιμετωπίζουν δίκαια και είναι χαρούμενοι.

Ήμουν γεωργός στη Συρία και ελπίζω ότι θα μπορέσω να βρω κάτι παρόμοιο στην Ολλανδία, γνωρίζω ότι έχει έναν πολύ ισχυρό αγροτικό τομέα η χώρα. Η σύζυγός μου είναι δασκάλα και έχουμε τέσσερα παιδιά μαζί: η Νουρ είναι 20 ετών και επιθυμεί να πάει στο  πανεπιστήμιο. Ο Αμάρ, το αγόρι μου, είναι 18 ετών και τα δίδυμα, ο Μπασάρ και ο Μάναρ, είναι 13 ετών.

Το κυριότερο για μας τελικά, είναι να έχουμε μια αίσθηση σταθερότητας. Είμαστε συναισθηματικά σημαδεμένοι από τον πόλεμο, ο παραμικρός θόρυβος μας κάνει να πηδάμε από τα καθίσματά μας. Για τη μικρή μας κόρη είναι ακόμη χειρότερο, αφού πάσχει από σοβαρό ψυχολογικό τραύμα και χρειάζεται βοήθεια. Επιπλέον, επιθυμούμε να μπορέσουν τα παιδιά μας να επιστρέψουν τελικά στο σχολείο και εμείς ελπίζουμε να βρούμε μια δουλειά για να μπορέσουμε να τα στηρίξουμε. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει κάποια σταθερότητα στη ζωή. Χωρίς αυτό, πώς μπορεί κάποιος να σχεδιάσει το μέλλον και να θέσει στόχους;

 

 

 

Η Αμπίρ, 7 μήνες μετά

7/7/2017

 

Εδώ και 7 μήνες, η Αμπίρ και η οικογένειά της μετεγκαταστάθηκαν στη Γερμανία, Λίγες ώρες πριν αναχωρήσει με προορισμό μια καινούργια αρχή, μας περιέγραψε το ταξίδι της μέχρι εκείνη τη μέρα και τα σχέδιά της για το μέλλον. Μια ευφυής νεαρή γυναίκα, πτυχιούχος βιολόγος, μητέρα και σύζυγος, η Αμπίρ είχε ήδη αρχίσει να εργάζεται ως μεταφράστρια για το περιοδικό Time ενώ ακόμα ζούσε στην Ελλάδα. Παράλληλα έψαχνε τρόπους να συνεχίσει την εκπαίδευσή της. Φαινόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην αναζήτησή της για ένα καλύτερο μέλλον.

Επτά μήνες αργότερα, η Αμπίρ βρέθηκε και πάλι στο γραφείο του ΔΟΜ Ελλάδας, αυτή τη φορά με επαγγελματική ιδιότητα, ως μέλος ενός συνεργείου του Time. Λοιπόν, Αμπίρ, τι γίνεται εδώ και 7 μήνες στη Γερμανία;

«Η Γερμανία είναι τόσο διαφορετική από αυτό που περιμέναμε. Τους πρώτους έξι μήνες ζούσαμε σε κέντρο διαμονής αλλά ευτυχώς τώρα μένουμε σε ένα διαμέρισμα, σε ένα χωριό κοντά στην Πολωνία. Η κόρη μου θα ξεκινήσει σχολείο στο τέλος του καλοκαιριού, γεγονός που με χαροποιεί πολύ. Ο σύζυγός μου, που είχε διαγνωστεί με σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα όσο ζούσαμε στην Ελλάδα, θα κάνει τελικά την επέμβαση σε λίγες μέρες, μόλις γυρίσω στη Γερμανία. Στο μεταξύ, έχει επιστρέψει στα θρανία, μαθαίνει τη γλώσσα. Όσο για μένα, πήρα μια υποτροφία από το πανεπιστήμιο εδώ στην Αθήνα για ένα μάστερ πάνω στην εκπαίδευση των προσφύγων. Το μάθημα γίνεται εξ αποστάσεως, μέσω ίντερνετ, στα αγγλικά και κοντεύω να το ολοκληρώσω. Και υπάρχει και το Time, ήρθα στην Ελλάδα πάλι για να δουλέψω μαζί τους. Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν «έλα στην Αθήνα να δουλέψουμε» και αφού είχα πάρει ήδη γερμανικό διαβατήριο, δέχτηκα μετά χαράς.

Περίμενα ότι η Γερμανία θα ήταν τέλεια, αλλά η ζωή μπορεί και εκεί να είναι δύσκολη, τελικά. Όλα είναι διαφορετικά σε σχέση με την Ελλάδα. Έζησα έναν χρόνο στην Ελλάδα και μερικές φορές μου φαίνεται τόσο δύσκολο που πρέπει και πάλι να προσαρμοστώ σε μια καινούργια χώρα και πραγματικότητα. Στην αρχή, στεναχωριόμουν πολύ. Όμως, έβαλα τα θεμέλια για μια νέα αρχή στην Γερμανία και παρά τις δυσκολίες, θα τα καταφέρω. Η γλώσσα είναι αρκετά δύσκολη, θα ξεκινήσω μαθήματα μόλις πάρω το μάστερ. Ελπίζω ότι με αυτό το πτυχίο θα καταφέρω να βρω μια καλή δουλειά στη Γερμανία, η αλήθεια είναι ότι θέλω να αρχίσω να δουλεύω το συντομότερο δυνατό και να μαθαίνω τη γλώσσα παράλληλα. Μιλάω αγγλικά οπότε πιστεύω ότι μπορώ να ξεκινήσω να δουλεύω άμεσα. Τα κορίτσια από το Time με ενθαρρύνουν να ασχοληθώ με τη δημοσιογραφία, λένε ότι θα ήμουν καλή.

Τώρα που ήρθα πάλι στην Ελλάδα, μυρίζει λίγο όπως η Συρία. Η Ελλάδα μοιάζει με τη Συρία, όπως και οι Έλληνες μοιάζουν με μας, τους Σύριους. Είμαι πραγματικά πολύ χαρούμενη που είμαι και πάλι εδώ, αφού δεν μπορώ να γυρίσω στην πατρίδα μου. Εδώ, νιώθω λίγο ότι είμαι στην πατρίδα».

«Η Αμπίρ είναι τα πάντα για μας!» λέει η Φραντσέσκα Τριάνι του περιοδικού Time, που εργάζεται με την Αμπίρ εδώ και έναν χρόνο. «Ακολουθούμε την ιστορία μωρών και οικογενειών από τη Συρία καθώς προσπαθούν να στήσουν τη ζωή τους στην Ευρώπη. Γνωρίσαμε την Αμπίρ όσο δουλεύαμε στα κέντρα διαμονής στη Θεσσαλονίκη, όταν και χρειαζόμασταν απεγνωσμένα έναν έξυπνο μεταφραστή που θα μας βοηθούσε να πραγματοποιήσουμε το ρεπορτάζ. Χωρίς την Αμπίρ, να μας φέρνει σε επαφή με τις οικογένειες, θα ήταν αδύνατον να δουλέψουμε. Μας βοήθησε σε πολύ δύσκολες στιγμές, δουλεύαμε με γυναίκες που πήγαιναν να γεννήσουν, με οικογένειες την ώρα που μάθαιναν πού θα μετεγκατασταθούν, πρόκειται για πολύ έντονες στιγμές. Χρειαζόμαστε ικανούς συνεργάτες που μπορούν να μας βοηθήσουν να συνδεθούμε με τους ανθρώπους και αυτό ακριβώς έκανε η Αμπίρ για μας.

Δεν διστάσαμε να την καλέσουμε να έρθει στην Ελλάδα να δουλέψουμε μαζί, παρόλο που είχε ήδη μετεγκατασταθεί στη Γερμανία. Είναι τεράστια η σημασία ενός καλού μεταφραστή στο επάγγελμά μας. Έτσι, την βάλαμε σε ένα αεροπλάνο για την Ελλάδα και θα δουλέψουμε για μια βδομάδα. Δεν χωράει αμφιβολία ότι αν θέλει, μπορεί να γίνει εξαιρετική δημοσιογράφος, επίσης».

 

 

Σοφία, σχολική συνοδός

 

4/7/2017

 

Με λένε Σοφία Αρισβίλι και είμαι 32 χρονών. Ήρθα στην Ελλάδα το 2007 απλώς για την δω και τελικά έμεινα. Παντρεύτηκα έναν συμπατριώτη μου, έκανα παιδιά. Την αγάπησα την Ελλάδα.

Όταν έμαθα για την προκήρυξη των θέσεων των σχολικών συνοδών, έκανα κατευθείαν αίτηση γιατί ήξερα ότι θα δουλεύω με παιδιά. Δεν με πτόησε το γεγονός ότι θα υπήρχαν δυσκολίες στην επικοινωνία -αφού δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα- γιατί πιστεύω ότι η αγάπη δεν έχει γλώσσα. Υπήρχαν οπωσδήποτε κάποιες δυσκολίες στην αρχή, τα παιδιά δεν ήξεραν ελληνικά, προσπαθούσα να τα καταλάβω, προσπαθούσαν να με καταλάβουν, κάναμε νοήματα, χειρονομίες. Αλλά σιγά-σιγά έμαθαν, έμαθα κι εγώ λίγο τη γλώσσα τους, μερικές λεξούλες δηλαδή, και σταδιακά έγινε πιο εύκολο. Δεν υπήρξαν μεγάλες δυσκολίες, θεωρώ. Αυτή τη δουλειά την κάνεις μόνο αν το θες και αν αγαπάς τα παιδιά.

Δεν έχει σημασία από πού είναι το κάθε παιδί. Το γεγονός ότι είμαι μετανάστρια κι εγώ σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του στον τρόπο που συνδέθηκα με αυτά τα παιδιά, ωστόσο ο κυριότερος λόγος είναι ότι εδώ και τρία χρόνια, τα δικά μου παιδιά δεν ζουν μαζί μου, αλλά βρίσκονται στην Γεωργία. Τα παιδιά του δημοτικού είναι στην ηλικία των κοριτσιών μου, έχω δύο κοριτσάκια. Η παρουσία αυτών των παιδιών με βοηθούσε πάρα πολύ.

Πήρα πολλή αγάπη και από τους γονείς των παιδιών. Στον Ελαιώνα, από όπου ξεκίνησα, είχα παιδιά 15-16 χρονών. Κάθε μέρα πήγαινα στα σπιτάκια όπου μένουν και τα έπαιρνα για το σχολείο. Άνοιγαν οι γονείς την πόρτα και πάντα με καλούσαν μέσα να με κεράσουν ένα τσάι, έναν καφέ. Πολλές φορές με καλούσαν τα απογεύματα να πάμε κάπου να φάμε οικογενειακά. Δεν πρόλαβα να πάω αλλά και μόνο η πρόταση ήταν πολύ ωραία.

Ήταν δύσκολο όταν έφυγα από τον Ελαιώνα και πήγα στο Σχιστό. Η αλλαγή ήταν δύσκολη και για τα παιδιά. Με έβλεπαν καμιά φορά στο δρόμο ή πήγαινα από τον Ελαιώνα και χαίρονταν. «Μαμά Σοφία» με φώναζαν. Φανταστείτε, να έχεις ένα παλικάρι 15 χρονών να σε φωνάζει «μαμά». Στον Ελαιώνα, απόκτησα 18 παιδιά που με έλεγαν «μαμά». Αυτό δείχνει ότι τα παιδιά μας εμπιστεύτηκαν. Πολλές φορές έδειχνα στις κόρες μου στο Skype τα παιδιά αλλά και τα παιδιά με ρωτούσαν τι κάνουν οι κόρες μου, είχαν μάθει τα ονόματά τους και τους έστελναν χαιρετίσματα.

Στο Σχιστό, τη μέρα που τελείωσαν τα σχολεία, με είχαν αγκαλιάσει 5-6 κοριτσάκια κι έκλαιγαν με λυγμούς ενώ ένα αγοράκι περίμενε τη σειρά να το αγκαλιάσω. Προσπαθούσα να συγκρατήσω κι εγώ τα δάκριά μου. Έφευγαν, έρχονταν πάλι τρέχοντας, ήταν πολύ συγκινητικό. Αν βλέπατε πώς με τραβούσαν, τι έκαναν, μέχρι και το σαντουϊτσάκι που έτρωγαν ήθελαν να μου δώσουν. Με παρακαλούσαν να μείνω στο Σχιστό, μου είχαν βρει και σπίτι για να μείνω εκεί ώστε να με βλέπουν! Μου έλεγαν, «θα μας λείψεις, σε παρακαλούμε να έρχεσαι να μας βλέπεις». Δεν θα ξεχάσω ένα κοριτσάκι που δεν με άφηνε ποτέ να το πλησιάσω ή να το φιλήσω. Τις τελευταίες φορές, άρχισε να με πλησιάζει μόνη της και να με παίρνει από το χέρι. Την ημέρα που έκλεισαν τα σχολεία, με γέμισε φιλιά.

Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους συναδέλφους. Απέκτησα πολλούς καλούς και νέους φίλους. Απέκτησα εμπειρία, έμαθα πολλά. Έμαθα ότι αυτό που θες, αν ζορίζεσαι λίγο παραπάνω, το καταφέρνεις. Κι εμείς το καταφέραμε.

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

Στο πλαίσιο του προγράμματος για την εκπαίδευση των παιδιών προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα, και με την υποστήριξη της Πολιτικής Προστασίας και Ανθρωπιστικής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ΔΟΜ διασφάλισε τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

 

 

 

 

AVRR Κένυα: Άλφρεντ και Ιμακουλάτα

 

22/6/2017

 

Ο Άλφρεντ και η Ιμακουλάτα, ένα ζευγάρι από την Κένυα, εδώ και κάποια χρόνια κατοικούν στην Ελλάδα. Η οικονομική κρίση που έχει χτυπήσει τη χώρα από το 2009 και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας σημαίνουν ότι η εύρεση εργασίας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη τόσο για τους οικονομικούς μετανάστες όσο και για τους ντόπιους. Μετά τη γέννηση του μωρού τους, μόλις λίγους μήνες πριν, το ζευγάρι αποφάσισε να κάνει αίτηση για το πρόγραμμα Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (AVRR) που υλοποιεί ο ΔΟΜ Ελλάδας.

«Η αδερφή μου ζούσε στην Ελλάδα για χρόνια, είναι καλόγρια, και από εκείνη έμαθα πολλά πράγματα για τη χώρα και έτσι αποφάσισα να εγκατασταθώ στην Αθήνα, περίπου πριν από πέντε χρόνια. Ο Άλφρεντ ήρθε να με βρει ένα-δύο χρόνια αργότερα» λέει η Ιμακουλάτα. «Ζούσα στο Ναϊρόμπι με τον μεγαλύτερο γιο μου και εργαζόμουν σε ένα κέντρο αισθητικής. Ήρθα στην Ελλάδα ελπίζοντας να βρω δουλειά για να βοηθάω την οικογένειά μου στην Κένυα. Νόμιζα ότι εδώ θα ήταν διαφορετικά από την Αφρική, μια αλλαγή προς το καλύτερο. Έτσι, άφησα τον γιο μου στην μητέρα μου και μετακόμισα εδώ. Στην αρχή, ήταν πολύ δύσκολο να βρω δουλειά. Έψαχνα πάνω από έναν χρόνο και τελικά βρήκα δουλειά ως εσωτερική νταντά».

«Στο Ναϊρόμπι ήμουν οδηγός σε μια εταιρία μεταφορών. Όταν έφτασα στην Ελλάδα, βρήκα δουλειά στη Μύκονο, σε ένα ξενοδοχείο. Υποδεχόμουν τους επισκέπτες, τους πήγαινα στο αεροδρόμιο και καμιά φορά τους ξεναγούσα» λέει ο Άλφρεντ. «Όμως, τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πολύ στην Ελλάδα. Έχουμε πάρα πολλά έξοδα αλλά δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά, μια σταθερότητα την οποία έχουμε ανάγκη. Δυσκολευόμαστε ακόμα και με τα βασικά. Και τώρα που ήρθε και το μωρό, οι ανάγκες μας πολλαπλασιάστηκαν».

«Δεν είναι εύκολο με το μωρό, δεν μπορώ να μένω μαζί του επειδή δουλεύω εσωτερική. Αλλά πώς μπορώ να αφήσω το μωρό μου και να πάω να ζήσω με άλλη οικογένεια; Είναι τόσο μικρός, με χρειάζεται, θα ήταν σαν να τον τιμωρώ. Πρέπει να τον θηλάζω, αρρωσταίνει. Δεν έχω δικούς μου ανθρώπους εδώ να με βοηθάνε και ούτε αντέχω οικονομικά μια babysitter», εξηγεί η Ιμακουλάτα.

«Έτσι αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην Κένυα», συνεχίζει ο Άλφρεντ. «Μάθαμε για το πρόγραμμα από κάποιους γνωστούς μας και το ψάξαμε στο Google.  Και φτάσαμε στο σήμερα, να περιμένουμε τη μέρα που θα πάρουμε το αεροπλάνο να γυρίσουμε πίσω στην πατρίδα μας».

«Ξέρετε, ο μεγάλος μου γιος στην Κένυα με χρειάζεται κι αυτός. Η μητέρα μου τον φροντίζει αλλά νιώθει μόνος, μου λέει συχνά ‘δεν είμαι χαρούμενος, έλα πίσω’. Είναι 17 χρονών πια», λέει η Ιμακουλάτα. «Όμως, άλλοι συγγενείς μου δεν μπορούν να πιστέψουν ότι θέλουμε να γυρίσουμε, μου λένε ‘όχι, να μείνετε εκεί, μην έρθετε πίσω στην Κένυα’. Όμως, όταν κανείς ζει στην Αφρική, ακόμα και αν τους εξηγήσεις ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι καλή, δεν καταλαβαίνει. Δεν μπορεί να συλλάβει πόσο δύσκολο είναι, δεν έχει εμπειρία από πρώτο χέρι ώστε να κάνει τις συγκρίσεις του. Εξάλλου, και Έλληνες φίλοι μας επίσης υποφέρουν με την οικονομική κρίση και σκέφτονται να μεταναστεύσουν στην Αμερική».

«Ο ΔΟΜ θα μας βοηθήσει στο νέο μας ξεκίνημα στην Κένυα. Ελπίζω να καταφέρω να αγοράσω ένα μεταχειρισμένο φορτηγάκι και να φτιάξω τη δική μου εταιρία μεταφορών. Έτσι, θα είμαι ανεξάρτητος και θα μπορώ να βοηθώ την Ιμακουλάτα και τα αγόρια. Εξάλλου, είναι ωραία να είσαι στην πατρίδα σου», λέει ο Άλφρεντ, χαμογελώντας.

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

Μετεγκατάσταση στη Γερμανία:

O Μοχάμεντ και η οικογένειά του

 

20/6/2017

 

Με λένε Μοχάμεντ και είμαι 29 χρονών. Ξεκίνησα από το Χαλέπι, μαζί με την οικογένειά μου και τα αδέρφια της συζύγου μου πριν από 1,5 χρόνο, με στόχο να φτάσουμε στην Ευρώπη, σε ασφαλείς συνθήκες. Ήταν ένα μεγάλο κι επικίνδυνο ταξίδι, όπου πολλές φορές φοβηθήκαμε ότι θα χάσουμε τη ζωή μας, ειδικά όταν διασχίσαμε τη θάλασσα ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα. Αρχικά, περάσαμε στην Τουρκία, όπου περάσαμε δύο μήνες και από εκεί, βρεθήκαμε στη Χίο και πολύ σύντομα στην Αθήνα, όπου κατοικούμε σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο.

Πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος στην Συρία ήμουν επαγγελματίας εικονολήπτης, βιντεοσκοπούσα γάμους, δεξιώσεις κλπ. Η σύζυγός μου, η Ναχέντ δεν εργαζόταν, είχε αναλάβει τα παιδιά μας που είναι πολύ μικρά, ενώ τα αδέρφια της, ο Μοχάμεντ και η Αμάνι πήγαιναν ακόμα σχολείο.

Μάθαμε ότι θα μετεγκατασταθούμε στην Γερμανία, γεγονός που έκανε πολύ χαρούμενους, αφού εξαρχής θέλαμε να πάμε εκεί, καθώς ο αδερφός μου ζει στο Βερολίνο.

Όταν φτάσουμε, θέλουμε καταρχάς να δούμε πώς είναι οι συνθήκες εκεί και βασική προτεραιότητα είναι να βάλουμε τα παιδιά μας στο σχολείο. Εμείς πρέπει οπωσδήποτε να μάθουμε γερμανικά και να βρούμε δουλειά. Όσο για τους μικρότερους, ο 17χρονος Μοχάμεντ θέλει να συνεχίσει το σχολείο και να σπουδάσει ιατρική ενώ η 19χρονη Αμάνι θέλει να σπουδάσει νομική, να γίνει δικηγόρος.

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Σουηδία: Η οικογένεια του Γιάμαν

14/6/2017

 

Ο Γιαμάν και η Φάτμα είναι ένα νεαρό ζευγάρι από την Συρία. Μαζί με τα παιδιά τους, Αμπνταλραχμάν και Ομάρ, είναι μεταξύ της πρώτης ομάδας προσφύγων που μετεγκαταστάθηκαν στη Σουηδία.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που πηγαίνουμε στη Σουηδία. Ήθελα πολύ να μας στείλουν εκεί, είναι μια καλή χώρα και ένας ασφαλής τόπος για τα παιδιά μας αλλά και για μας. Επιπλέον, ο αδερφός μου βρίσκεται ήδη εκεί εδώ και λίγα χρόνια οπότε θα ξανασυναντηθούμε. Πριν από τον πόλεμο, σπούδαζα πληροφορική στο πανεπιστήμιο στη Συρία. Ήθελα να συνεχίσω με τις σπουδές μου, να προχωρήσω παραπάνω όμως ξέσπασε ο πόλεμος κι έτσι αναγκάστηκα να σταματήσω. Ήταν πολύ δύσκολα, οι άντρες επιστρατεύονταν στον κυβερνητικό στρατό και αν έμενα εκεί, θα αναγκαζόμουν να σκοτώσω, ενώ δεν θέλω να βλάψω κανέναν.

Έφυγα από τη Συρία πριν από πέντε χρόνια, μόνος μου. Αρχικά, έμεινα στην Τουρκία για τέσσερις μήνες και μετά πήγα στην Αίγυπτο. Τελικά επέστρεψα στην Τουρκία πριν από 2,5 χρόνια. Εκείνη την περίοδο ήρθε να με βρει η Φάτμα, που τότε ήμασταν αρραβωνιασμένοι. Το πρώτο μας παιδί γεννήθηκε στην Τουρκία και όταν η Φάτμα ήταν έγκυος στο δεύτερο, φύγαμε για την Ελλάδα. Όπως τόσοι άλλοι, διασχίσαμε τη θάλασσα σε μια πλαστική βάρκα. Ήταν μια τρομακτική περιπέτεια. Περίπου 30 λεπτά αφού ξεκινήσαμε, η βάρκα σταμάτησε, ήταν 4 το πρωί. Παρασυρόμαστε από τα ρεύματα επί ώρες. Καλέσαμε τον αριθμό εκτάκτου ανάγκης και το ελληνικό λιμενικό ήρθε με ένα σκάφος, όπου επιβίβασαν τα γυναικόπαιδα. Μας είπαν ότι θα μετέφεραν τις οικογένειάς μας στην Ελλάδα και θα επέστρεφαν για μας, τους άντρες, αργότερα. Έφυγαν αλλά τελικά, μισή ώρα αργότερα, εμφανίστηκε το τουρκικό λιμενικό. Ίσως να είχαμε παρασυρθεί προς τα τουρκικά παράλια, δεν ξέρω. Μας είπαν ότι θα μας γυρνούσαν πίσω στην Τουρκία. Θύμωσα πολύ. Μιλάω τούρκικα και τους εξήγησα ότι οι οικογένειές μας είχαν μεταφερθεί στην Ελλάδα. Εκείνοι επέμειναν να μας γυρίσουν στην Τουρκία και αφού ήταν πολύ θυμωμένοι, δεν αντισταθήκαμε άλλο. Όταν φτάσαμε, έλεγξαν τα χαρτιά μας και μας άφησαν. Το πρόβλημα ήταν ότι είχα πάνω μου τα χαρτιά όλης της οικογένειας και το μοναδικό μας κινητό τηλέφωνο. Η Φάτμα, τρομαγμένη, είχε βρεθεί μόνη με το παιδί μας σε ένα μικροσκοπικό νησί. Ευτυχώς, κατάφερα να μπω σε μια άλλη βάρκα την επόμενη μέρα και να περάσω στο Καστελόριζο. Ήταν 19 Φεβρουαρίου 2016.

Από εκεί, το λιμενικό μάς μετέφερε στη Ρόδο, όπου καταγραφήκαμε. Πήραμε το πλοίο της γραμμής για την Αθήνα και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε για τα σύνορα, που ήταν ακόμα ανοιχτά. Πέντε μέρες μάς πήρε να φτάσουμε στον καταυλισμό της Ειδομένης. Διασχίσαμε την Ελλάδα και κοιμόμασταν όπου βρίσκαμε, ένα βράδυ σε ένα γήπεδο μπάσκετ, ένα άλλο σε ένα εστιατόριο. Τρεις βδομάδες περάσαμε στην Ειδομένη, περιμένοντας μάταια να περάσουμε. Μας είχαν δώσει τον αριθμό 136 και ο τελευταίος αριθμός που πέρασε ήταν το 65. Έτσι, γυρίσαμε στην Αθήνα όπου πήγαμε κατευθείαν στην υπηρεσία Ασύλου και κάναμε αίτηση για μετεγκατάσταση. Μας παραχωρήθηκε ένα διαμέρισμα στο κέντρο και περιμέναμε τα νεότερα. Στο μεταξύ, περάσαμε καλά. Η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα που έχω δει. Επισκεφτήκαμε την Ακρόπολη και διάφορους άλλους αρχαιολογικούς χώρους, πήγαμε τα παιδιά μας στην παραλία. Γίναμε σχεδόν ντόπιοι. Και οι άνθρωποι εδώ είναι απλοί και στηρίζουν πολύ τους πρόσφυγες, δεν αντιμετωπίσαμε κανένα πρόβλημα.

Πριν από τρεις εβδομάδες μάθαμε ότι φεύγουμε για Σουηδία. Θα πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα αλλά δεν με πειράζει αφού μου αρέσει να μαθαίνω γλώσσες και να γνωρίζω κόσμο. Θα ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές μου και να βρω μια δουλειά. Δεν θέλω να κάθομαι άπραγος. Πρέπει να φρεσκάρω τις γνώσεις μου στην πληροφορική, πάνε πέντε χρόνια που αποφοίτησα και πρέπει να μάθω από την αρχή, να παρακολουθήσω τις εξελίξεις. Αλλά και η Φάτμα θέλει να συνεχίσει τις σπουδές της, θέλει να γίνει νοσοκόμα. Ελπίζω να μπορέσουμε να προσφέρουμε, ως γονείς, μια ασφαλή και όμορφη ζωή στα παιδιά μας στη νέα μας πατρίδα, τη Σουηδία.

 

 

Ο Μουσταφά και ο Αμπντουλμπασίντ, δύο αδέλφια από το Αφγανιστάν

 

30/05/2017

 

Ο Μουσταφά και ο Αμπντουλμπασίντ, 8 και 7 χρονών αντίστοιχα, είναι δύο αδερφάκια που κατοικούν στο κέντρο διαμονής της Μαλακάσας. Εδώ και λίγους μήνες, τα παιδιά παρακολουθούν τα μαθήματα στο δημοτικό σχολείο της περιοχής, στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης των παιδιών προσφύγων και μεταναστών.

Με καταγωγή από το Αφγανιστάν, τα δύο αδέρφια έκαναν το δύσκολο ταξίδι στην Ευρώπη με την οικογένειά τους. Ο πατέρας τους, Αμπντούλ, είναι χαρούμενος και περήφανος που βλέπει τα παιδιά του να μπαίνουν στο σχολικό κάθε μέρα, καθώς η εκπαίδευση είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που θα ήθελε να τους προσφέρει.

Τα παιδιά παρακολουθούν τα μαθήματα με ενθουσιασμό και χάρηκαν πολύ με τις καινούργιες τους σχολικές τσάντες που έδειχναν σε όλους πριν να επιβιβαστούν στα λεωφορεία, υπό το βλέμμα των συνοδών του Διεθνούς Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) που δεν φεύγουν ποτέ από το πλευρό των νεαρών μαθητών.

Ο ΔΟΜ, χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στην Κροατία:

Η ιστορία της Σόσαν  

 

23/5/2017

 

Η Σόσαν είναι μια μητέρα από τη Συρία, η οποία, μαζί με τα παιδιά και τον ανιψιό της μετεγκαταστάθηκαν πρόσφατα στην Κροατία.

«Ξεκίνησα μαζί με τις κόρες μου, τον γιο μου και άλλους συγγενείς τον Φεβρουάριο του 2016. Περάσαμε από τη Συρία στην Τουρκία, όπου και μείναμε περίπου δύο εβδομάδες, περιμένοντας να μπούμε στις βάρκες για την Ελλάδα. Φτάσαμε στη Σάμο και από εκεί, σύντομα, βρεθήκαμε στην Ειδομένη. Μείναμε τρεις μήνες εκεί, ήταν πολύ δύσκολα, έχουμε πολύ άσχημες αναμνήσεις. Κατόπιν, ήρθαμε στην Αθήνα όπου και μείναμε μέχρι σήμερα.

Η οικογένειά μας είναι από την Ντέιρ Αλ-Ζορ, μια όμορφη πόλη στις όχθες του Ευφράτη. Δούλευα στην πολεοδομία, στη χάραξη του οδικού δικτύου. Όταν έχασα τον άντρα μου στον πόλεμο, πήρα την απόφαση να βγάλω τα παιδιά μου από τη Συρία. Ζήσαμε απίστευτες πολλές δυσκολίες από τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος. Αλλάζαμε συνέχεια πόλεις, σχολεία, φίλους, ζωή και κοινότητα. Έξι χρόνια ζήσαμε σε αυτή την κατάσταση. Τώρα πια θέλω να ξεχάσω, να τα αφήσω όλα αυτά πίσω μου. Το πιο σημαντικό είναι το μέλλον των παιδιών μου, εξάλλου για εκείνα έφυγα. Οι κόρες μου είναι 16 και 18 χρονών ενώ ο γιος μου είναι 11. Ο μικρός θέλει τόσο πολύ να συνεχίσει στο σχολείο. Πρόλαβε να πάει μέχρι την πέμπτη δημοτικού στη Συρία, ενώ παρακολούθησε και λίγο το σχολείο στην Ελλάδα.

Έφτασε η ώρα να φύγουμε για την Κροατία. Αν και η μητέρα και η αδερφή μου μένουν μόνιμα στις ΗΠΑ, ελπίζαμε να πάμε στην Ελβετία αλλά δεν ήταν γραφτό. Στην αρχή, ακούγαμε φήμες ότι δεν είναι καλά στην Κροατία ωστόσο ο αδερφός μου με διαβεβαίωσε ότι είναι μια πανέμορφη χώρα με πολύ αναπτυγμένο τουρισμό, όπου έρχονται άνθρωποι από όλον τον κόσμο, οπότε χαιρόμαστε που θα πάμε. Δεν περίμενα ότι θα επιβίωνα, αλλά τελικά η ζωή συνεχίζεται. Τώρα, θέλουμε απλώς να ζήσουμε σαν άνθρωποι, να χαρούμε τη ζωή μας.

 

 

 

 

 

Ο Εντρίς, 8 χρονών, από το Αφγανιστάν

 

16/05/2017

 

Ο Εντρίς είναι ένα 8χρονο αγόρι από το Αφγανιστάν που πηγαίνει στο δημοτικό σχολείο της Μαλακάσας, σε κοντινή απόσταση από το κέντρο διαμονής όπου κατοικεί μαζί με την οικογένειά του.

«Η οικογένειά μας άφησε την Καμπούλ, στο Αφγανιστάν, πριν από δύο χρόνια. Βρισκόμαστε εδώ και έναν χρόνο στην Ελλάδα» λέει η μητέρα του Εντρίς, η Ζαϊμίνα. «Είμαστε εννιά άτομα, εγώ, ο άντρας μου και τα εφτά παιδιά μας. Χαίρομαι πολύ που ο Εντρίς παρακολουθεί και πάλι μαθήματα, είναι πολύ σημαντικό. Έχασε πάνω από έναν χρόνο από την εκπαίδευσή του λόγω του ταξιδιού αλλά τώρα παρακολουθεί τα μαθήματα στο δημοτικό και είναι πολύ χαρούμενος που μαθαίνει καινούργια πράγματα»!

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

Η Ιλχάμ και η οικογένειά τηςΗ Ιλχάμ και η οικογένειά της

27/4/2017

 

"Η Ελλάδα είναι πολύ ωραία, θα θέλαμε να ζήσουμε εδώ αλλά τελικά μάθαμε ότι θα εγκατασταθούμε στη Γερμανία. Είμαστε στην Ελλάδα έναν χρόνο και δύο μήνες. Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ, πρώτα μέναμε σε σκηνές σε κέντρα διαμονής στο Κιλκίς και αργότερα σε διαμέρισμα όπου όμως δεν ήμαστε ποτέ μόνοι, πάντα συγκατοικούσαμε με άλλες οικογένειες και ήταν μεγάλη ταλαιπωρία, επικρατούσε διαρκώς φασαρία. Επιπλέον, το κορίτσι μου εδώ και δύο χρόνια δεν έχει πάει σχολείο, αν εξαιρέσουμε τον τελευταίο έναν μήνα στην Αξιούπολη.

Πριν από τον πόλεμο, ο σύζυγός μου, ο Νεχάντ, ήταν υπάλληλος της πολεοδομίας ενώ δίδασκα γαλλικά στο δημόσιο σχολείο στην πόλη Ντέιρ Αλ Ζορ. Αφήσαμε τη ζωή μας στη Συρία γιατί ο πόλεμος ρήμαξε την όμορφη πόλη μας. Η κόρη μου, η Λιν, δεν πήγαινε πια σχολείο, αφού είχε καταστραφεί. Στο μεταξύ, γεννήθηκε και ο γιος μας, ο Μουσταφά, που όταν αφήσαμε την Συρία ήταν μόλις 4 μηνών. Ξεκινήσαμε με τα πόδια να διασχίσουμε επικίνδυνα εδάφη μέχρι την Τουρκία. Περπατούσαμε στο βουνό, ήταν τρομακτικό. Υπήρξε περίπτωση που αστυνομικοί κόλλησαν το όπλο στο κεφάλι του μωρού μου και μας απειλούσαν, περάσαμε δύο μέρες στο τμήμα. Μετά από δύο απόπειρες καταφέραμε να περάσουμε τα σύνορα με την Τουρκία και από εκεί, πολύ σύντομα, βρεθήκαμε στη Χίο.

Εξ αιτίας του πολέμου, η οικογένειά μας διασκορπίστηκε. Οι γονείς μου βρίσκονται στη Σαουδική Αραβία, έχω μια αδερφή στη Δαμασκό, ο αδερφός μου έχει μείνει στην Ντέιρ Αλ Ζορ. Οι άλλες μου τρεις αδερφές είναι ήδη στη Γερμανία, η τελευταία ταξίδεψε μόλις την προηγούμενη βδομάδα.

Έχουμε πολλά όνειρα για τη ζωή μας στη Γερμανία. Το πρώτο, είναι να μείνουμε επιτέλους σε ένα κανονικό σπίτι, μόνοι μας. Σίγουρα, θα πρέπει να βρω το συντομότερο μια δουλειά, την έχω ανάγκη ως δραστήριος άνθρωπος, καταρχάς. Επίσης, η Λιν πρέπει να συνεχίσει το σχολείο, να σπουδάσει. Και φυσικά, περιμένω μια όμορφη ζωή για τον γιο μου. Να κοιμάται ήσυχος. Δεν έχει κοιμηθεί ποτέ κάπου ήσυχα. Ονειρεύομαι να μπορέσω να αγοράσω ξανά καινούργια ρούχα για όλους μας, είναι τόσα αυτά που θέλω να κάνω!

Ελπίζω ότι με το σύζυγό μου θα μπορέσουμε να αφήσουμε πίσω μας όσα άσχημα ζήσαμε και να κοιτάξουμε το μέλλον. Από τότε που φύγαμε, δεν περνά μέρα που να μην σκέφτομαι την Συρία. Μου άρεσε η ζωή μου, η πόλη μου, το σπίτι μου, το σχολείο που δίδασκα, οι μαθητές μου. Είχα την οικογένεια και τους φίλους μου. Αλλά ο πόλεμος μάς τα πήρε όλα και πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή. Δεν θα με πείραζε να πηγαίναμε και στην Γαλλία, αφού μιλάω τη γλώσσα, αλλά ευτυχώς στη Γερμανία θα ξαναδώ τις αδερφές μου".

 

 

 

Σακίλ Αχμέντ, 35 χρονών

20/04/2017

 

Το 2010 αποφάσισα να αφήσω το Πακιστάν και να έρθω στην Ελλάδα. Δεν είχε πρόβλημα να βρω δουλειά στην πατρίδα μου, απλώς κάτι λαθροδιακινητές κατάφεραν να με πείσουν ότι αν ερχόμουν στην Ελλάδα, θα έβγαζα μια περιουσία μέσα σε 1-2 χρόνια. Τους πίστεψα, σαν ανόητος, και ξεκίνησα το ταξίδι μου στην Ευρώπη.

Το ταξίδι δεν ήταν καθόλου εύκολο. Περπατούσα όλη νύχτα και κρυβόμουν την ημέρα. Στα σύνορα μεταξύ Ιράν και Τουρκίας, με αιχμαλώτισαν κάποια άτομα που απαιτούσαν €5.000 για να με ελευθερώσουν. Φυσικά, δεν είχα τόσα χρήματα πάνω μου αλλά ήταν και αδύνατον να τα βρω, ακόμα κι αν ζητούσα βοήθεια από κάθε συγγενή και φίλο μου στο Πακιστάν. Έτσι, μια μέρα που ήμουν μόνος, πήδηξα από τον τρίτο όροφο του κτιρίου όπου με κρατούσαν και σώθηκα. Το ταξίδι μού πήρε συνολικά 25 ημέρες. Πέρασα τον Έβρο στα ελληνοτουρκικά σύνορα και επιτέλους βρέθηκα σε ελληνικό έδαφος.

Δυο χρόνια πριν, έκανα περίπατο σε ένα βουνό στο Ηράκλειο Κρήτης, όταν βρήκα ένα κουταβάκι που κλαψούριζε. Κάποιος που προφανώς δεν το ήθελε, το είχε εγκαταλείψει εκεί για να πεθάνει. Το πήρα μαζί μου και το έβγαλα Μίνο. Χωρούσε μέσα σε ένα φλιτζάνι, τόσο μικρούλης ήταν. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γερμανών, συγχωριανοί μου στις Μοίρες, με βοήθησαν με τα εμβόλια και τις άλλες ανάγκες του. Είναι πολύ καλοί άνθρωποι, τους αγαπώ πολύ. Έκτοτε, εγώ κι ο Μίνο είμαστε αχώριστοι. Τον παίρνω μαζί μου στην δουλειά, παίζουμε μαζί και κοιμόμαστε μαζί. Μέχρι και που με προσέχει όταν είμαι άρρωστος, τον λατρεύω!

Πολλοί συμπατριώτες μου, όταν γυρίζουν στην πατρίδα από την Ευρώπη, φέρνουν μαζί τους υπολογιστές, τηλεοράσεις και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές. Εμένα δεν με νοιάζουν όλα αυτά. Το μόνο που θέλω να πάρω μαζί μου είναι ο Μίνο. Πώς να τον αφήσω πίσω, εξάλλου, μετά από όσα ζήσαμε μαζί; Δεν γυρίζω στο Πακιστάν χωρίς αυτόν. Είπα στα παιδιά μου ότι θα φέρω τον Μίνο μαζί μου και έχουν ενθουσιαστεί! Ανυπομονώ να γυρίσω στο Πακιστάν και του φτιάξω το καινούργιο του σκυλόσπιτο.

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νιλάμπ, Φαρίστα και Μαρίνα

19/04/2017

 

Η Νιλάμπ, η Φαρίστα και η Μαρίνα είναι τρεις αδερφές 13, 9 και 7 χρονών που εδώ και πέντε μήνες μένουν μαζί με την οικογένειά τους στο ανοιχτό κέντρο διαμονής των Οινοφύτων. Οι αδερφούλες πρόσφατα γράφτηκαν στο σχολείο, στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος για παιδιά των προσφύγων και μεταναστών.

«Θέλω να πάω στο σχολείο να μάθω ελληνικά», λέει η Νιλάμπ, η μεγαλύτερη από τις τρεις. «Έχω πάει λίγα χρόνια σχολείο στο Αφγανιστάν και σήμερα θα ξεκινήσω στο ελληνικό γυμνάσιο, ενώ οι αδερφές μου θα πάνε στο δημοτικό. Λυπάμαι λίγο που δεν θα είμαστε όλες μαζί αλλά από την άλλη χαίρομαι πολύ που θα ξεκινήσω μαθήματα, το περίμενα εδώ και πολύ καιρό».

Ο πατέρας τους είναι δίπλα τους όλη την ώρα, όπως πολλοί άλλοι γονείς, και παρακολουθεί με περηφάνια τις προετοιμασίες για το σχολείο. «Ήρθαμε από το Αφγανιστάν στην Ελλάδα εδώ και πάνω από έναν χρόνο. Μείναμε δέκα μήνες στη Μόρια, στη Λέσβο, και στη συνέχεια μεταφερθήκαμε στα Οινόφυτα, όπου ζούμε πέντε μήνες τώρα. Είναι μεγάλη μέρα για μας σήμερα, η μητέρα τους κι εγώ είμαστε πολύ χαρούμενοι που θα πάνε τα κορίτσια μας στο σχολείο. Τόσο καιρό που είμαστε στην Ελλάδα δεν έχουν παρακολουθήσει μαθήματα, πρέπει να ξεκινήσουν γιατί θα τους κάνει καλό, θα μάθουν τόσα χρήσιμα πράγματα. Εξάλλου, είναι ζωτικής σημασίας τα παιδιά να φοιτούν στα σχολεία της χώρας όπου κατοικούν».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

Ο Αμπντέλ και η οικογένειά του

 

12/4/2017

 

Ήταν πολύ δύσκολο ταξίδι. Φύγαμε από το Χαλέπι λόγω του πολέμου. Είναι κακό πράγμα ο πόλεμος, έχει θάνατο, φόβο, μιζέρια. Ήθελαν να με στρατολογήσουν στον καθεστωτικό στρατό κι έτσι πήραμε την απόφαση να φύγουμε. Δεν ήθελα να βουτήξω τα χέρια μου στο αίμα, να σκοτώσω άνθρωπο. Δεν μπορούσαν με υποχρεώσουν να το κάνω αυτό.

Όταν ζούσαμε στη Συρία, πριν από τον πόλεμο, είχα καλή δουλειά. Ήμουν ειδικευμένος εργάτης, έφτιαχνα γυψοσανίδες, περνούσα ηλεκτρικά. Συνήθως δούλευα σε επιχειρήσεις, ξενοδοχεία αλλά και σπίτια, βίλες. Η Αμίνα, η σύζυγός μου, είχε αφοσιωθεί στην ανατροφή των παιδιών μας. Ήταν το ταξίδι του θανάτου, έτσι το λέμε μεταξύ μας. Ούτως ή άλλως, αν μέναμε στη Συρία θα πεθαίναμε. Έτσι, το ρισκάραμε, ή θα επιβιώναμε ή θα χανόμασταν. Πήρα ένα μεγάλο ρίσκο, όχι μόνο για μένα, αλλά για τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Όμως, αν τα καταφέρναμε, θα είχαμε κερδίσει τη ζωή μακριά από τον πόλεμο. Για μας, πάντα θα είναι το ταξίδι του θανάτου.

Αφού περάσαμε από την Τουρκία στην Ελλάδα, με βάρκα όπως όλοι, ήρθε το επόμενο δύσκολο ταξίδι, αυτή τη φορά από καταυλισμό σε καταυλισμό. Από τη Λέσβο πήγαμε στην Καβάλα, μετά στο Χέρσο, από εκεί στην Κατερίνη, μετά στη Θεσσαλονίκη και τέλος στην Αθήνα. Ζήσαμε πράγματα δύσκολα αλλά και πράγματα ωραία. Είδαμε όμορφα μέρη, όπως το κακό ήταν όταν είχε άσχημο καιρό, όταν έβρεχε, όταν έκανε κρύο ή ακόμα κι όταν είχε δυνατό ήλιο. Παρόλα αυτά, μέσα στις τόσες δυσκολίες, βρισκόμασταν πάντα ανάμεσα σε πολύ καλούς ανθρώπους, που μας βοήθησαν και δεν θα τους ξεχάσουμε ποτέ.

Η Αμίνα, στο μεταξύ, είχε μείνει έγκυος. Βέβαια, αφού γεννήθηκε η μικρούλα μας, η Ίσρα, ηρεμήσαμε αρκετά, είναι έξι μηνών. Δεν μπορώ να περιγράψω πώς νιώθω που πηγαίνουμε στη Γαλλία, είμαστε πάρα πολύ χαρούμενοι, θα ξεκινήσουμε από την αρχή, θα βρούμε μια σταθερότητα. Θα ζούμε όπως παλιά, μπορεί και καλύτερα. Δεν ξέρω ακόμα σε ποια πόλη θα πάμε αλλά ονειρεύομαι να μας στείλουν στη Νίκαια, θα μου άρεσε πάρα πολύ. Είμαι σίγουρος ότι μας περιμένει μια καινούργια ζωή, θα πάνε τα παιδιά μας στο σχολείο, που είναι και το κυριότερο για αυτά. Μακάρι να αγαπήσουμε τη Γαλλία και η Γαλλία να μας αγαπήσει. Έχουμε ξεκινήσει ήδη μαθήματα γαλλικών, όχι μόνο με τη βοήθεια του ΔΟΜ και της γαλλικής πρεσβείας, αλλά και μόνοι μας, χάρη σε μαθήματα μέσω ίντερνετ. Στη Γαλλία, θα προσπαθήσουμε να αφήσουμε πίσω όσα περάσαμε, ήδη προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να ξεχάσουν. Δεν θέλουμε ούτε να μιλάνε γι’ αυτό ούτε να ξανανιώσουν κάτι τέτοιο. Εμείς οι δυο δεν πρόκειται να ξεχάσουμε, δεν ξεχνιέται αυτό το πράγμα. Ήταν αφόρητη αυτή η ζωή. Όμως, τα παιδιά είναι μικρά, ίσως να μην θυμούνται τίποτα, εντέλει.

 

 

Ο Φαγιάζ, 7 χρονών, από το Αφγανιστάν

05/04/2017

 

«Μου είπαν ότι θα μάθω ελληνικά και αγγλικά και μαθηματικά, αλλά δεν με πολυνοιάζει τι θα διδαχτώ. Μου αρκεί που θα πάω σχολείο!» λέει ο 7χρονος Φαγιάζ από το Αφγανιστάν.

Ο Φαγιάζ και η οικογένειά του ξεκίνησαν το μεγάλο ταξίδι προς την Ευρώπη από την ιστορική πόλη Κουντούζ στο βόρειο Αφγανιστάν. Πέρασε ένας χρόνος και πλέον που έφτασαν στην Ελλάδα και μένουν στο κέντρο ανοιχτής φιλοξενίας στη Μαλακάσα, 40 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας.

«Είμαι ενθουσιασμένος που ο γιος μου θα πάει σχολείο. Ο Φαγιάζ δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να παρακολουθήσει μαθήματα, οπότε είναι μια σημαντική στιγμή για την οικογένειά μας. Ελπίζω και ότι η αδερφή του θα τον ακολουθήσει, όταν έρθει η ώρα της, αφού είναι ακόμα αρκετά μικρή για να πάει σχολείο, ωστόσο ζηλεύει λίγο τον Φαγιάζ», λέει ο Φερός, ο πατέρας των δύο παιδιών.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φαρζανέ και ο Αμίρ

30/03/2017

 

Η Φαρζανέ από το Αφγανιστάν και μαζί με τον αδερφό της τον Αμίρ, τους γονείς και τα υπόλοιπα αδέρφια τους, μένει στο κέντρο ανοιχτής φιλοξενίας της Μαλακάσας εδώ και έναν χρόνο.

Η μεγάλη μέρα για τη Φαρζανέ και τον Αμίρ έφτασε, καθώς είναι μεταξύ των παιδιών που θα πάνε στο δημοτικό σχολείο στη Μαλακάσα, στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης παιδιών προσφύγων και μεταναστών.

«Είμαι πολύ χαρούμενη που θα πάω στο σχολείο, ανυπομονώ!» λέει η Φαρζάνε την ώρα που παραλαμβάνει την τσάντα της, λίγες ώρες πριν να χτυπήσει το κουδούνι. «Ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου έχουμε πάει σχολείο έτσι έχουμε ενθουσιαστεί, θα κάνουμε φίλους και θα μάθουμε ένα σωρό καινούργια πράγματα».

Ο πατέρας τους, Ασαντουλά, τους συνοδεύει στην είσοδο του κέντρου διαμονής, όπου συγκεντρώνονται όλα τα παιδιά περιμένοντας το λεωφορείο και τους σχολικούς συνοδούς. «Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που τα παιδιά μου θα πάνε επιτέλους στο σχολείο», λέει ο Ασαντουλά. «Θέλω απλώς να έχουν μια φυσιολογική ζωή, όπως κάθε παιδί της ηλικίας τους».

Ο ΔΟΜ Ελλάδας παρέχει λεωφορεία και σχολικούς συνοδούς για τη μεταφορά των παιδιών προς και από το σχολείο όπως και τον απαραίτητο σχολικό εξοπλισμό, με τη στήριξη του προγράμματος Civil Protection & Humanitarian Aid Operations – ECHO της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

 

 

Ο Χαμίντ, 7 ετών,

και η μαμά του, η Χαντιρέ 

28/03/2017

 

Ο Χαμίντ είναι 7 χρονών κατάγεται από την επαρχία Γκορ του Αφγανιστάν. Έφτασε μαζί με την οικογένειά του στην Ελλάδα περίπου έναν χρόνο πριν και ζει στο κέντρο ανοιχτής φιλοξενίας της Μαλακάσας, 40 χλμ βόρεια της Αθήνας. Συναντήσαμε τον Χαμίντ λίγες ώρες πριν να πάει στο δημοτικό σχολείο της Μαλακάσας, στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης για παιδιά προσφύγων και μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα.

«Ο Χαμίντ θα επιστρέψει στις σχολικές αίθουσες για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό», λέει η μητέρα του, Χαντιρέ: «ο Χαμίντ και τα 4 αδέρφια του πήγαν για λίγο καιρό σχολείο στο Αφγανιστάν, όμως η κατάσταση στην περιοχή μας είναι ιδιαίτερα ασταθής έτσι αναγκαστικά διέκοψαν. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να πέσουν θύματα απαγωγής. Χαίρομαι πολύ που ο γιος μου θα πάει επιτέλους στο ελληνικό σχολείο, ένας από τους κύριους λόγους που αποφασίσαμε να μπούμε σε αυτή την περιπέτεια ήταν η πρόσβαση των παιδιών μας στην εκπαίδευση, είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

Ο Σάνα από το Πακιστάν

24/3/2017

 

Ο Σάνα είναι ένας νέος άντρας από το Πακιστάν ο οποίος, αφού πέρασε 1,5 χρόνο στην Ελλάδα, αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του ως επωφελούμενος του Προγράμματος Εθελοντικής Επιστροφής και Επανένταξης, ένα από τα κυριότερα προγράμματα του Διεθνή Οργανισμού Μετανάστευσης.

«Κατάγομαι από ένα χωριό του Πακιστάν, κοντά στην πόλη Γκουζράτ, αλλά ζούσα στο Καράτσι, όπου εργαζόμουν ως οδηγός. Αποφάσισα να μεταναστεύσω αρχικά στη Σαουδική Αραβία όπου έζησα 2,5 χρόνια. Ωστόσο τα πράγματα δεν πήγαν καλά εκεί και επέστρεψα στο Πακιστάν.

Είχα ακούσει πολλά για την Ελλάδα: ότι είναι μια όμορφη χώρα με ιστορία, πολύ ωραίο καιρό και καλούς ανθρώπους. Έκανα 16 μέρες να φτάσω, διασχίζοντας το Ιράν και την Τουρκία και κατόπιν, περνώντας με βάρκα στη Λέσβο, μέσα στην προσφυγική κρίση. Ταξίδεψα με κάθε μέσο που μπορείτε να φανταστείτε, περπάτησα πολύ. Φεύγοντας από το Πακιστάν, θεωρούσα ότι θα ήταν εύκολο να βρω δουλειά στην Ελλάδα – αν και είχα ακούσει για την οικονομική κρίση, ένιωθα σίγουρος ότι θα έβρισκα τον δρόμο μου παρά τις δυσκολίες.

Τελικά βρέθηκα στην Κρήτη, στο νομό Ηρακλείου, όπου έκανα διάφορες αγροτικές δουλειές, σε χωράφια και αγροκτήματα. Πέρασα όμορφα εκεί, οι άνθρωποι μού φέρθηκαν πολύ καλά. Αν και ακούγονται ιστορίες για εκμετάλλευση των μεταναστών, εμένα ευτυχώς δεν μου έτυχε κάτι τέτοιο. Επίσης, μου άρεσε πάρα πολύ η πόλη του Ηρακλείου και ιδίως το λιμάνι, είναι τόσο όμορφο και ζωντανό.

Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να νοσταλγώ την πατρίδα μου. Οι γονείς και τα τρία αδέρφια μου μένουν ακόμα στο χωριό μας και θέλω να είμαι ξανά κοντά τους. Χαίρομαι πολύ γιατί θα ξεκινήσω και τη δική μου δουλειά, χάρη στο πρόγραμμα Επανένταξης του ΔΟΜ. Θα ανοίξω ένα φαρμακείο με τη βοήθεια του θείου μου, ο οποίος είναι φαρμακοποιός και με είχε εκπαιδεύσει στο παρελθόν. Έτσι, βλέπω το μέλλον μου στο Πακιστάν με αισιοδοξία.

Ξέρετε, οι περισσότεροι Πακιστανοί νιώθουμε πολύ καλά στην Ελλάδα – έτσι, ελπίζω ότι κάποτε θα την επισκεφτώ και πάλι!».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Φινλανδία: Η Φατίμα και ο γιος της, Σουλεϊμάν

20/3/2017

 

Στα 67 της, η Φατίμα έγινε μια από τους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που διέφυγαν από τον πόλεμο στη Συρία. Σήμερα, 13 μήνες αφού έφτασε στην Ελλάδα, ετοιμάζεται να μετεγκατασταθεί στην Φινλανδία.

«Έφερε 12 παιδιά στον κόσμο», λέει η Φατίμα, καθισμένη στο αναπηρικό της αμαξίδιο, ενώ κρατάει στα χέρια μια χοντρή ξύλινη μαγκούρα. «Τώρα, τα δύο παιδιά είναι στη Σουηδία, άλλα δύο είναι στη Γερμανία και τρία έχουν μείνει πίσω στη Συρία.»

Γύρω από τη Φατίμα κάθεται ο γιος της, ο Σουλεϊμάν, μαζί με τη νύφη και τα εγγόνια της. Όλοι τους δείχνουν μεγάλη τρυφερότητα στην αρχηγό της οικογένειας. «Εγκαταλείψαμε την πατρίδα μας, την Αφρίν, γιατί δεν υπήρχε πια τίποτα για μας εκεί. Περάσαμε τέτοιο πόνο, τέτοιο φόβο, τόσους εξευτελισμούς. Ήξερα ότι το ταξίδι θα ήταν δύσκολο, αλλά ακόμα με κρατούσαν τα πόδια μου και είχα και τους τέσσερις γιους μου μαζί, οπότε αυτό με κρατούσε ήρεμη και συγκροτημένη. Έπρεπε να φτάσουμε στην Ευρώπη, όπως κι έγινε, τον περασμένο Φεβρουάριο, που φτάσαμε στη Λέσβο. Έφτασε πια η ώρα να μετακομίσουμε στη Φινλανδία. Είναι πάντα δύσκολο να ξεκινά κανείς από την αρχή, ακόμα περισσότερο για έναν άνθρωπο της ηλικίας μου. Νιώθω νευρικότητα για το ταξίδι στη Φινλανδία, αλλά το μόνο που θέλω είναι να ζήσω με τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Ξέρω ότι θα καταφέρουμε όπως και να έχει στη νέα μας πατρίδα – καθόλου δεν μου λείπει η Συρία, έχει τελειώσει πια για μένα.»

Ο Σουλεϊμάν, στα 35 του, έχει αναλάβει τη φροντίδα της μητέρας του και της οικογένειάς του. «Έχω όνειρα για την οικογένειά μου. Φυσικά, τα παιδιά είναι η προτεραιότητα, θέλω να έχουν την καλύτερη δυνατή μόρφωση ώστε να μπορέσουν να προοδεύσουν επαγγελματικά. Αλλά έχω και για μένα ένα μικρό όνειρο. Όταν ζούσα στη Συρία, εργαζόμουν ως βαφέας αυτοκινήτων και σκόπευα να ανοίξω το δικό μου συνεργείο. Λόγω του πολέμου, εγκατέλειψα τα σχέδιά μου αλλά τώρα που θα πάμε στη Φινλανδία θα πραγματοποιήσω το όνειρό μου και θα ανοίξω το δικό μου μαγαζί», λέει ο Σουλεϊμάν με ενθουσιασμό, κρατώντας τα παιδιά του στην αγκαλιά του.

 

 

 

 

Φαουζί και Χαμιντέ

16/3/2017

 

«Έχω 11 ολόκληρα χρόνια να δω τον γιο μου, ανυπομονώ να τον  σφίξω στην αγκαλιά μου!» Η Χαμιντέ βγάζει το κινητό της και δείχνει περήφανα φωτογραφίες του γιου της που ζει στη Φινλανδία, όπου πρόκειται να μετεγκατασταθεί και η ίδια μαζί με τον σύζυγό της, Φαουζί. Το πρόσωπό της φωτίζεται όσο μιλάει για τον γιο της και ο Φαουζί μοιράζεται τη χαρά και την περηφάνια της: «Το αγόρι μας έφυγε από τη Συρία για να δουλέψει στην Ευρώπη όταν ήταν μόλις 17 χρονών. Ζει στη Φινλανδία εδώ και έξι χρόνια, όπου δουλεύει ως διερμηνέας και είναι αρραβωνιασμένος με ένα κορίτσι από εκεί».

«Ήταν το πρώτο πράγμα που είπα στην πρώτη συνέντευξη για τη διαδικασία της μετεγκατάστασης, πρέπει να πάω στη Φινλανδία!» λέει η Χαμιντέ. «Έχω τρεις κόρες, επίσης. Η μία έφτασε στη Χίο με την οικογένειά της. Οι άλλες δύο είναι ακόμα στην Αφρίν, την πατρίδα μας στη Συρία. Ελπίζουν να καταφέρουν να έρθουν με ασφάλεια στην Ευρώπη…», προσθέτει μια θλίψη στη φωνή της.

Ο Φαουζί διηγείται το ταξίδι του ζευγαριού από τη Συρία: «Φτάσαμε στην Ελλάδα στις 20 Φεβρουαρίου του 2016. Από τη Χίο πήγαμε στη Αθήνα και από εκεί κατ’ ευθείαν στην Ειδομένη, αλλά φτάσαμε πολύ αργά, τα σύνορα είχαν κλείσει ήδη. Είδαμε πολύ άσχημα πράγματα στον καταυλισμό εκεί πέρα… έναν μήνα περίπου κάτσαμε εκεί και μετά πήγαμε πίσω στην Αθήνα, όπου και μπήκαμε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Αρχικά μείναμε σε μια κατάληψη στο κέντρο της Αθήνας κι αργότερα μας μετακίνησαν σε ένα υπέροχο ξενοδοχείο, ήταν τόσο ωραία εκεί, τόσο άνετα. Ξέρετε, οι Έλληνες μάς στήριξαν και μας βοήθησαν. Μας καταλαβαίνουν. Δούλεψα σκληρά όλη μου τη ζωή, δούλεψα σε ξενοδοχεία, σε καφέ, έκανα τα πάντα για να αναθρέψω τα παιδιά μου και η Χαμιντέ το ίδιο. Ακόμα και τώρα, περάσαμε θάλασσες, κάμπους και βουνά, αντέξαμε τόσες ταλαιπωρίες για να δούμε πάλι το αγόρι μας».

Η Χαμιντέ κουνάει το κεφάλι επιδοκιμαστικά: «Εύχομαι και τα κορίτσια μου να μπορέσουν να έρθουν στη Φινλανδία, ώστε να είμαστε και πάλι όλοι μαζί».

 

 

 

 

Η Σάρα και η οικογένειά της

10/03/2017

 

Η Σάρα είναι ένα μικρό κορίτσι από τη Σιντζάρ του Ιράκ. Βρέθηκε στην Ελλάδα με την οικογένειά της και έναν χρόνο μετά, μετεγκαταστάθηκε στη Γερμανία με την οικογένειά της.

«Φτάσαμε στη Σάμο στις 2 Μαρτίου 2016», θυμάται ο Σαμίρ, ο πατέρας της, λίγες ώρες πριν να πάρουν το αεροπλάνο για τη Γερμανία. «Ωστόσο, εγκαταλείψαμε το Ιράκ πολύ καιρό πριν. Μέναμε στη Σιντζάρ, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων είναι Γεζίντι, όπως κι εμείς. Το καλοκαίρι του 2014 το Ισλαμικό Κράτος κατέλαβε την Σιντζάρ και κατέσφαξε χιλιάδες Γεζίντι. Έπρεπε να σώσω την οικογένειά μου μακριά από τον κίνδυνο, έτσι φύγαμε πρώτα για το Κουρδιστάν και λίγες βδομάδες μετά για την Τουρκία. Είμαι τυχερός, δεν έχασα άνθρωπο δικό μου, ευτυχώς. Μόνο ένα πράγμα ήθελα, να εξασφαλίσω το μέλλον των παιδιών μου».

Η Σάρα παίζει λίγο πιο πέρα με τον αδερφό της ενώ η μητέρα της περιποιείται τη Σάμρα, τη μικρή της οικογένειας.  Η Σάρα είναι ένα χαρούμενο παιδί με αμυγδαλωτά μάτια. Η οικογένεια έμενε μέχρι σήμερα στο κέντρο διαμονής στον Σκαραμαγκά και η Σάρα γράφτηκε στο ελληνικό σχολείο, όπου διδάχτηκε ελληνικά και αγγλικά. «Το σχολείο είναι φοβερό» λέει. «Ανυπομονούσα να πάω και κάθε μέρα, όταν γύριζα σπίτι, έλεγα στους γονείς μου πώς τα πέρασα με κάθε λεπτομέρεια. Οι δασκάλες μου είναι πολύ καλές, τις αγαπώ πολύ και θα μου λείψουν».

Ο Σαμίρ ακούει, χαμογελώντας. «Στείλαμε τη Σάρα στο ελληνικό σχολείο μετά χαράς, ήταν κάτι που την έκανε ευτυχισμένη. Εξάλλου, η εμπειρία μας γενικά στην Ελλάδα είναι πολύ θετική, αισθανθήκαμε ότι οι Έλληνες μάς αποδέχονται. Ξέρετε, χάσαμε τα πάντα στη Σιντζάρ. Ακόμα και τα όνειρά μου εκεί τα άφησα. Έτσι, τώρα που επιτέλους πάμε στην Γερμανία, μόνο ένα πράγμα ελπίζω, να έχει η Σάρα και τα υπόλοιπα παιδιά μου ένα ασφαλές μέλλον. Εύχομαι να ζήσουν ειρηνικά και φυσικά, να μορφωθούν».

ΟΙ Γεζίντι φορούν ένα βραχιόλι φτιαγμένο από κόκκινη και λευκή κλωστή, να τους προστατεύει από τον ήλιο, τις αρρώστιες και το μάτι – παράδοση διαδεδομένη επίσης στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. «Όταν κοπεί το βραχιολάκι, κάνουμε μια ευχή», λέει η Σάρα καθώς μας αποχαιρετά πριν να πάρει το αεροπλάνο για το Μόναχο και μια νέα αρχή.

 

 

 

O Μουράντ από τη Συρία

09/03/2017

 

Ο Μουράντ είναι ένα 6χρονο αγόρι από τη Δαμασκό της Συρίας. Πριν ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος, η ζωή του Μουράντ ξεκίνησε γεμάτη αντιξοότητες. Γεννήθηκε με συνδακτυλία, μια παραμόρφωση των άκρων όπου τα δάχτυλα είναι ενωμένα – και γι’ αυτό τον λόγο, όλοι τον κορόιδευαν. «Όλοι τον περιγελούσαν» λέει η μητέρα του, η Σινάμ, «έτσι κι εγώ του έκρυβα τα χέρια σε μακριά μανίκια για να τον προστατέψω». Μετά από δύο επεμβάσεις, ο Μουράντ πήγαινε καλά αλλά στο μεταξύ ξέσπασε ο πόλεμος στη Συρία.

«Πήγαμε σε έναν καταυλισμό προσφύγων στο Ιράκ, όπου ο Μουράντ εξελίχθηκε σε πολύ σκανταλιάρικο παιδί. Με δυσκόλευε πολύ, ήταν πάρα πολύ ζωηρός και άτακτος. Οι γονείς των άλλων παιδιών μού έκαναν διαρκώς παράπονα». Η οικογένεια σύντομα μετακόμισε στην Τουρκία. Ο πατέρας και ένας από τους αδερφούς του Μουράντ έφυγαν για τη Γερμανία, αφήνοντας πίσω την υπόλοιπη οικογένεια. Η Σινάμ, ο Μουράντ και τα υπόλοιπα αδέρφια του προσπάθησαν 4 φορές να διασχίσουν τα χερσαία σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μάταια όμως. Εντέλει, ένας λαθροδιακινητής τους στοίβαξε σε ένα φορτηγό και τους μετέφερε στην άλλη πλευρά των συνόρων. «Πόσοι άνθρωποι ήμασταν στοιβαγμένοι εκεί μέσα! Έτρεμα μην μου λιώσουν τα παιδιά. Κρατούσα σφιχτά τον Μουράντ στην αγκαλιά μου που φώναζε "μανούλα, τα πόδια μου θα σπάσουν" και τον έσφιγγα ακόμα πιο δυνατά πάνω μου».

Όμως, η περιπέτειά τους δεν τελείωσε εκεί καθώς η οικογένεια κατέληξε στον καταυλισμό της Ειδομένης. Αλλά ήταν πια αργά καθώς τα ευρωπαϊκά σύνορα είχαν πια κλείσει. «Περιμέναμε να ξανανοίξουν τα σύνορα. Κάθε μέρα, για πάνω από 4 μήνες, ξυπνούσαμε ελπίζοντας και κάθε βράδυ λέγαμε ‘δεν πειράζει, θα ανοίξουν αύριο’. Όταν μας μετέφεραν στο Δερβένι δεν είχαμε πια ούτε χρήματα, ούτε καθαρά ρούχα, ούτε ελπίδα… αλλά σύντομα νιώσαμε καλύτερα, γιατί εκεί είχαμε φαγητό, τουαλέτα, ντους και καταφύγιο. Σκέφτηκα, ‘ο Θεός μάς έσωσε, ας μείνουμε εδώ και ίσως να συμβεί κάτι καλό’».

Από τον Ιανουάριο του 2017 ο Μουράντ και η οικογένειά του, μαζί με ακόμα 223 άτομα, μένουν στο ξενοδοχείο Δήμητρα στις Μουριές του Κιλκίς, ενώ στο κέντρο διαμονής γίνονται εργασίες. Η Σινάμ λέει: «ο Μουράντ είναι πιο ήρεμος και χαρούμενος από ποτέ. Για πρώτη φορά στη ζωή του μένει σε κανονικό σπίτι, δεν ήξερε πώς είναι να ζει κανείς σε σπίτι, μέχρι τώρα μόνο σε σκηνές είχε ζήσει. Τις πρώτες μέρες όλα τού προκαλούσαν έκπληξη. Ανοιγόκλεινε τις πόρτες, ανεβοκατέβαινε τις σκάλες, όλα τού φαίνονταν τόσο παράξενα. Την πρώτη εβδομάδα έπεφτε συνέχεια από το κρεβάτι του γιατί δεν ήταν συνηθισμένος. Έτσι δεν κοιμόμουν ούτε εγώ για να τον προσέχω».

Προς το παρόν, ο Μουράντ θα συνεχίσει να παίζει με τα αδέρφια του. Όσο για την Σινάμ, περιμένει ανυπόμονα τη στιγμή που η οικογένειά της θα επανενωθεί ξανά στη Γερμανία για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, όλοι μαζί και πάλι.

 

 

 

Ο Μοχάμεντ και η Μάγια, ένα νεαρό ζευγάρι από τη Συρία

 

Τον Φεβρουάριο του 2016, ο Μοχάμεντ, 20 χρονών και η Μάγια, 16, πέρασαν από την Τουρκία στην Ελλάδα. Το νεαρό ζευγάρι πρόκειται να μετεγκατασταθεί στη Νορβηγία μαζί με το νεογέννητο γιο τους, το Τζουάντ.

«Αρραβωνιαστήκαμε στη Συρία κι έφυγα για την Τουρκία», λέει ο Μοχάμεντ. «Δυο βδομάδες μετά ήρθε και με βρήκε η Μάγια. Μείναμε αρκετό καιρό στην Τουρκία, όπου και παντρευτήκαμε και στη συνέχεια περάσαμε στην Ελλάδα, σχεδόν τέτοια μέρα πέρυσι. Φτάσαμε στη Λέσβο και από εκεί συνεχίσαμε για τη βόρεια Ελλάδα. Ωστόσο, όταν φτάσαμε στην Ειδομένη, τα σύνορα είχαν πια κλείσει. Έτσι, επιστρέψαμε στην Αθήνα και μπήκαμε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της ΕΕ. Τώρα, επιτέλους φεύγουμε για τη Νορβηγία. Δεν θέλω να εξαρτώμαι από άλλους για να ζω την οικογένειά μου, γι’ αυτό μόλις φτάσουμε θα μάθω τη γλώσσα και θα ψάξω να βρω δουλειά. Θέλω πάρα πολύ να γίνω κομμάτι της νορβηγικής κοινωνίας, να ενσωματωθώ».

«Είναι πολύ σημαντικό για μένα να ολοκληρώσω την εκπαίδευσή μου», λέει η Μάγια. «Θα μάθω τη γλώσσα, θα τελειώσω το σχολείο και ελπίζω να γίνω κομμώτρια, αυτό είναι το όνειρό μου !» Η νεαρή μητέρα κρατάει τρυφερά στην αγκαλιά της το μωρό της όση ώρα μιλάει. «Μόνο ένα πράγμα με τρόμαξε στη διάρκεια του ταξιδιού μας, κι αυτό ήταν η θάλασσα. Ήταν τόσο τρομακτική! Η βάρκα μας έμεινε από καύσιμα μεσοπέλαγα. Ευτυχώς, το λιμενικό μάς έσωσε, δεν θα τους ξεχάσω ποτέ».

«Μόλις φτάσαμε εδώ, οι Έλληνες μάς αγκάλιασαν. Μας έδειξαν αγάπη, στοργή, μας νοιάστηκαν. Τώρα, μπορώ και πάλι να ονειρεύομαι. Στη νέα μας πατρίδα, θα δουλέψω σκληρά για να ανοίξω το δικό μου εστιατόριο, λατρεύω τη μαγειρική!» αναφέρει ο Μοχάμεντ.

«Είναι καταπληκτικός μάγειρας!» λέει περήφανα η Μάγια για το σύζυγό της. «Ξέρετε, είμαστε από τη Δαμασκό και η κουζίνα εκεί είναι τόσο ιδιαίτερη»!

Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

 

 

Ρασάντ, 7 ετών

 

“Ανυπομονώ να πάω στο σχολείο κάθε μέρα! Και ο μπαμπάς μου χαίρεται πολύ που κάνω μαθήματα στην Ελλάδα και μαθαίνω καινούργια πράγματα”. O 7χρονος Ρασάντ από τη Χασάκα της Συρίας μένει με την οικογένειά του στην Ανοιχτή Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων στη Ριτσώνα και παρακολουθεί μαθήματα στο ελληνικό σχολείο από τον Οκτώβριο του 2016.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Αλί και οι συνοδοί

 

Ο Αλί είναι 10 χρονών και μένει στο κέντρο διαμονής του Ελαιώνα στο κέντρο της Αθήνας, μαζί με την οικογένειά του, αφού έφυγαν από την Ντέιρ Αλ Ζορ της Συρίας. Από τον Οκτώβριο του 2016, ο Αλί πηγαίνει σχολείο στο πλαίσιο του προγράμματος εκπαίδευσης για τα παιδιά πρόσφυγες.

Η Σοφία και η Αλεξάνδρα είναι δύο από τις συνοδούς του ΔΟΜ που καθημερινά πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο. Ήταν ζήτημα χρόνου να σχηματιστούν ισχυροί δεσμοί όχι μόνο με τον Αλί αλλά και με όλα «τα παιδιά τους».

«Ο Αλί είναι πολύ καλό παιδί, είναι τόσο γλυκός. Δεν το λέω επειδή είναι ο αγαπημένος μου, είναι πραγματικά το κάτι άλλο», λέει η Αλεξάνδρα. «Αλλά όλα μας τα παιδιά είναι πολύ καλά, μας πνίγουν στα φιλιά και τις αγκαλιές. Μας γεμίζει τόσο πολύ να είμαστε οι συνοδοί τους, δεν είναι απλώς μια δουλειά. Είμαστε οικογένεια, πια».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στην Πορτογαλία, Ρούλα, 31, από τη Συρία

 

Η Ρούλα, 31 χρονών, είναι κομμώτρια και κατάγεται από την Ντάρα της Συρίας. Με την οικογένειά της πρόκειται να μετεγκατασταθούν στην Πορτογαλία.

«Ήμουν έξω με τον γιο μου, τον Μουλάμ. Ο σύζυγός μου, ο Σουλεϊμάν και η Κινάνα, η κόρη μου ήταν στο σπίτι όταν έπεσε η βόμβα. Φτάνοντας στο κατεστραμμένο μου σπίτι, με τους αγαπημένους μου θαμμένους κάτω από τα ερείπια, κόντεψα να χάσω το μυαλό μου. Ευτυχώς, τους ανέσυρε ζωντανούς η Ερυθρά Ημισέληνος και τους μετέφερε σε ένα αυτοσχέδιο νοσοκομείο στη ζώνη μεταξύ των ανταρτών και του καθεστωτικού στρατού. Η κόρη μου είχε και τα δύο της πόδια στον γύψο για πάρα πολύ καιρό και η πλάτη του συζύγου μου είχε τραυματιστεί πολύ άσχημα. Είμαι κομμώτρια και ο Σουλεϊμάν είναι σεφ. Όταν άρχισε ο πόλεμος, δεν υπήρχαν πια δουλειές και ο Σουλεϊμάν δούλευε μεροκάματα από εδώ και από εκεί για να τα βγάλουμε πέρα. Αλλά είχαμε το σπίτι μας, οπότε δεν σκοπεύαμε να αφήσουμε την Ντάρα, την πόλη μας. Μετά τον βομβαρδισμό μείναμε εκεί ακόμα δύο μήνες, ώσπου ο Σουλεϊμάν και η Κινάνα να μπορούν να ταξιδέψουν. Χρειαστήκαμε έναν μήνα για να φτάσουμε τα σύνορα με την Τουρκία. Περπατούσαμε 9 ώρες κάθε νύχτα, για να αποφύγουμε τα προβλήματα, ήμουν έγκυος και κουβαλούσα την κόρη μου στην πλάτη. Στην Τουρκία είδαμε για πρώτη φορά θάλασσα. Ήταν τρομακτική, όπως και το πέρασμα στη Χίο, τον Ιανουάριο του 2016.

Αφού καταγραφήκαμε, μας έστειλαν στο κέντρο διαμονής στη Ριτσώνα, κοντά στην Αθήνα. Λίγους μήνες μετά γέννησα το αγοράκι μου, τον Μοχάμεντ. Μπήκαμε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης και ελπίζαμε να εγκατασταθούμε στη Γερμανία. Ωστόσο, ο Θεός ή η μοίρα, δεν ξέρω, αποφάσισαν ότι η Πορτογαλία θα γίνει η καινούργια μας πατρίδα. Ελπίζω να πάνε όλα καλά. Δεν με νοιάζει για μένα, νοιάζομαι μόνο για το μέλλον των παιδιών μου. Ο γιος μου ο Μουλάμ είναι 9 χρονών και δεν έχει πάει ποτέ σχολείο, δεν ξέρει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να έχουν όλα μου τα παιδιά πρόσβαση στην εκπαίδευση. Δεν φύγαμε από τη χώρα μας επειδή ήμασταν φτωχοί ή πεινούσαμε αλλά για να σωθούμε από τον πόλεμο. Το μόνο που θέλουμε είναι μια αξιοπρεπή ζωή. Η αξιοπρέπεια είναι το πιο σημαντικό πράγμα για έναν άνθρωπο. Τώρα που οι περιπέτειές μας τελειώνουν, έχω τόσες αναμνήσεις, άλλες άσχημες, άλλες καλές. Μια αγαπημένη μου ανάμνηση είναι η Ελλάδα και οι Έλληνες. Είστε τόσο καλοί και γενναιόδωροι μαζί μας. Δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ”.

Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας.

 

 

 

 

Ο Αχμέντ, 23 από το Ιράκ

 

«Ήρθα στην Ελλάδα πριν από 7 μήνες και τώρα είμαι έτοιμος να γυρίσω στη Βαγδάτη Είμαι επαγγελματίας κομμωτής και αποφάσισα να αφήσω το Ιράκ με τη ελπίδα μιας καλύτερης ζωής στην Ευρώπη, για μένα και τη σύζυγό μου. Αν κι εκείνη τα κατάφερε να φτάσει στη Γερμανία, εγώ εγκλωβίστηκε στην Ελλάδα. Στην αρχή δούλεψα ως κομμωτής όμως καθώς περνούσε ο καιρός, βρέθηκα με ελάχιστες επιλογές και ευκαιρίες. Έτσι άρχισα να αναζητώ τρόπους να γυρίσω πίσω στο Ιράκ.

Τότε ήταν που έμαθα, μέσω φίλων μεταναστών, για το πρόγραμμα των Εθελούσιων Επιστροφών, το οποίο υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας και σύντομα αποφάσισα ότι αυτή ήταν η κατάλληλη επιλογή για μένα. Θέλω να γυρίσω πίσω και να δω τους γονείς μου που ζουν στη Βαγδάτη. Επίσης, θα φέρω πίσω και τη σύζυγό μου από την Γερμανία, αν και έχει πάρει γερμανικό διαβατήριο.

Είμαι πολύ χαρούμενος επίσης, γιατί οι άνθρωποι του ΔΟΜ με ενημέρωσαν ότι μπορώ να ενταχθώ και στο πρόγραμμα Επανένταξης, χάρη στο οποίο θα λάβω επιπλέον βοήθεια και στήριξη αφού γυρίσω στην πατρίδα του. Επιτέλους θα έχω το δικό μου κομμωτήριο! Μαζί με τη σύζυγό μου θα αρχίσουμε μια νέα ζωή στο Ιράκ και αργότερα, θα κάνουμε και οικογένεια. Άλλωστε είμαστε ακόμα πολύ νέοι. Εύχομαι να καταφέρω να επισκεφτώ ξανά την Ελλάδα, καθώς όλοι εδώ ήταν πολύ καλοί μαζί μου, συμπεριλαμβανομένων και των εργαζομένων του ΔΟΜ. Μόνο που ελπίζω την επόμενη φορά, να έρθω ως τουρίστας»!

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

 

Αμπάς, Σίρουα, Μοχάμαντ και Τίνα από το Ιράκ

 

«Περίπου στο μέσον της διαδρομής, το σκάφος άρχισε να παίρνει νερά και σύντομα σταμάτησε να λειτουργεί. Είχαμε τρομοκρατηθεί», θυμάται ο Αμπάς για το επικίνδυνο πέρασμα μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας τον Μάρτιο του 2016. Ευτυχώς, η ακτοφυλακή έσπευσε να διασώσει τους πρόσφυγες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Αλεξανδρούπολη.

Έναν μήνα χρειάστηκε ο Αμπάς μαζί με τη σύζυγό του, Σίρουα και τα δυο τους παιδιά, τον Μοχάμεντ και την Τίνα για να φτάσουν από το Κιρκούκ του Ιράκ στις τουρκικές ακτές. Ο συνδυασμός συγκρούσεων μεταξύ τοπικών φυλών αλλά και η παρουσία δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους σήμαινε ότι η μοναδική επιλογή της οικογένειας Κούρδων ήταν η φυγή. Όπως τόσοι άλλοι, ήλπιζαν να φτάσουν στη Γερμανία, τη Γαλλία ή το Βέλγιο. Ωστόσο, την εποχή που έφτασαν στην Ελλάδα, τα ευρωπαϊκά σύνορα έκλειναν. Έπρεπε να επανεκτιμήσουν την κατάστασή τους.

«Μάθαμε για το πρόγραμμα μετεγκατάστασης από άλλους πρόσφυγες. Δυο μήνες μετά από την άφιξή μας, μετακομίσαμε σε διαμέρισμα στην Αθήνα, περιμένοντας να μετεγκατασταθούμε», λέει ο Αμπάς. Η μεγάλη μέρα έφτασε και η οικογένεια είναι έτοιμη να ταξιδέψει για Νορβηγία. Στην ερώτηση «πώς αισθάνεστε γι’ αυτό», το πρόσωπο του Αμπάς φωτίζεται ακαριαία: «είμαστε τόσο χαρούμενοι!» λέει. «Ήμουν σιδεράς στο Ιράκ κι ελπίζω να βρω παρεμφερή δουλειά στη Νορβηγία. Το μόνο που θέλουμε είναι μια ήρεμη και ασφαλή ζωή. Όπως και μόρφωση για τα παιδιά μας».

«Αλλά και οι Έλληνες ήταν πολύ καλοί μαζί μας, επίσης», προσθέτει η Σίρουα. «Και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι από τη βοήθεια που μας παρείχε ο ΔΟΜ καθ’ όλη τη διαδικασία της μετεγκατάστασης». Ο γιος της, ο 10χρονος Μοχάμεντ, τη διακόπτει – και μάλιστα στα ελληνικά: «Χαίρομαι πολύ που θα πάμε στη Νορβηγία, θέλω να πάω στο σχολείο. Δεν έχω πάει ποτέ σχολείο, μόνο εδώ στην Ελλάδα πήγα και μου αρέσουν πολύ τα μαθηματικά»! Η μητέρα του σχολιάζει ότι στην πραγματικότητα, του αρέσει πιο πολύ το ποδόσφαιρο και ο Μοχάμεντ χαχανίζει, καθώς η οικογένεια ποζάρει για τη φωτογραφία.

 

 

 

 

 

Μετεγκατάσταση στη Γερμανία, Ραφάτ Αλ-Γκαζάουϊ

 

«Γεννήθηκα το 1993 στην Νταράα της Συρίας», λέει ο Ραφάτ, κρατώντας την κορούλα του στην αγκαλιά του. Είναι η πόλη όπου ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές που θα οδηγούσαν στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας το 2011.

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Ραφάτ, επαγγελματίας μάγειρας, παρακολουθεί τη συνεδρία πολιτισμικού προσανατολισμού στα γραφεία του ΔΟΜ Ελλάδας στην Αθήνα, στα πλαίσια του προγράμματος μετεγκατάστασης της ΕΕ. Μαζί με τη σύζυγο του, την 21χρονη Αϊάτ, τα παιδιά τους Μπισάμ, 4 ετών και Μοχάμεντ, 2 ετών όπως και με τον 13χρονο Μοχάμεντ -συγγενή της Αϊάτ- θα ταξιδέψουν για τη Γερμανία. Ο μικρότερος αδερφός του Ραφάτ βρίσκεται ήδη εκεί και τους περιμένει.

«Φτάσαμε στη Λέσβο στις 19 Μαρτίου 2016, μόλις μια ήμερα πριν από την εφαρμογή τη συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Αρχικά, μας κατέγραψαν λανθασμένα ως αφιχθέντες στις 23 Μαρτίου, πράγμα που σήμαινε ότι δεν θα πληρούσαμε της προϋποθέσεις για το πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Ευτυχώς όμως, το μπέρδεμα λύθηκε σύντομα και σε λίγες μέρες βρεθήκαμε σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, το προσωπικό του ΔΟΜ Ελλάδας μάς στήριξε και μας βοήθησε. Ο ρυθμός ήταν καλός, τελειώσαμε με τις ιατρικές εξετάσεις γρήγορα», συνεχίζει. «Ανυπομονούμε να κάνουμε μια νέα αρχή στη Γερμανία. Εκεί θα είμαστε ασφαλείς, μακριά από τις βόμβες και τις σφαίρες στην πατρίδα μας. Το μόνο που θέλω είναι να προστατέψω τα παιδιά μου, γι’ αυτό φύγαμε. Για να τα σώσουμε από τον πόλεμο και να τους προσφέρουμε μια ευκαιρία στη μόρφωση, μια ευκαιρία να ζήσουν».

 

 

 

 

Η οικογένεια του Καλέντ Αλάζο 

 

«Ξέρετε που θα ήθελα πραγματικά να μετεγκατασταθώ; Στην Κύπρο!» λέει ο Καλέντ με μάτια που λάμπουν. «Έχει ωραίο κλίμα, είναι όμορφο μέρος αλλά ξέρετε ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα για μένα; Ότι θα ξυπνάω κάθε πρωί, θα παίρνω μια βαθιά ανάσα και θα μυρίζω το άρωμα της αγαπημένης μου Συρίας, στην άλλη πλευρά της θάλασσας».

Ο Καλέντ, 32 χρονών και οικοδόμος από τη Χάμα της Συρίας έφτασε στη Χίο τον Μάρτιο του 2016 μαζί με τη σύζυγό του Χαϊάμ και τα παιδιά τους, Σουλεϊμάν, Αμίνα και Χάμζα. Μετά από έναν μήνα στο λιμάνι του Πειραιά η οικογένεια μεταφέρθηκε στο κέντρο διαμονής στον Άγιο Ανδρέα. Δεν τον πειράζει που σήμερα είναι τελευταίος στη σειρά για να παραλάβει το χειμερινό εξοπλισμό. Εξηγεί ότι η οικογένειά του έχει αρκετούς λόγους να νιώθει ευγνωμοσύνη: κατά τη διαμονή τους στον Άγιο Ανδρέα, αντιμετώπισαν απρόοπτα προβλήματα υγείας. «Ευχαριστούμε τους εργαζόμενους του ΔΟΜ για τη βοήθειά τους, σε μια περίοδο μεγάλου άγχους για μας. Μας στήριξαν, μας βοήθησαν με το νοσοκομείο, με τη φαρμακευτική περίθαλψη, σε όλα», λέει ο Καλέντ. Επίσης, τρεις μήνες νωρίτερα η Χαϊάμ έφερε στον κόσμο το τέταρτο παιδί της οικογένειας, τον Μαλάκ. Το προσωπικό του ΔΟΜ τη στήριξε επίσης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της.

Και πώς είναι η ζωή στο ξενοδοχείο; «Μετά από τόσο καιρό στη σκηνή, είναι πολύ ωραία και άνετα», λέει ο Καλέντ καθώς τα παιδιά του παίζουν στο μικρό αλλά φιλόξενο δωμάτιο. Σύντομα, συζητάμε για τα μελλοντικά σχέδια της οικογένειας, που έχει ήδη μπει στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Ο γαμπρός μου είναι ήδη στη Γερμανία και η αδερφή μου έχει κάνει αίτηση για οικογενειακή επανένωση. Έτσι, θα θέλαμε να είμαστε όλοι μαζί. Αν όχι, τότε σίγουρα επιλέγω την Κύπρο!»

 

 

 

 

Αλαντίν, 32, από το Χαλέπι 

 

Όταν ο Αλαντίν διέφυγε από το Χαλέπι τη Συρίας τον Φεβρουάριο του 2016, άφηνε πίσω τη σύζυγο και τη νεογέννητη κόρη του. Σκοπός του ήταν να ανοίξει το δρόμο για εκείνες για μια ασφαλέστερη ζωή στην Ευρώπη. Σήμερα, σχεδόν 11 μήνες αργότερα, είναι μεταξύ του πρώτου γκρουπ –για το 2017– των επωφελούμενων που θα μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα στην Πορτογαλία, στο πλαίσιο του προγράμματος μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται από τον ΔΟΜ Ελλάδας.

Αφού έφτασε στη Λέσβο και αργότερα στο λιμάνι του Πειραιά, ο Αλαντίν γνώρισε μια οικογένεια Ελλήνων, οι οποίοι του πρόσφεραν φιλοξενία στο σπίτι τους και του ζήτησαν να βοηθήσει εθελοντικά ως μεταφραστής, συμβάλλοντας στην επίλυση διαφόρων προβλημάτων του προσφυγικού πληθυσμού που έμενε εκείνη την εποχή στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Ήταν η τέλεια επιλογή, δεδομένου ότι είναι πολύγλωσσος: «Μιλάω άπταιστα αγγλικά και αραβικά ενώ επιπλέον μιλάω στοιχειώδη ελληνικά, πορτογαλικά και κινέζικα». Βάζει τα γέλια με την έκπληξή μας: «Πριν τον πόλεμο στη Συρία είχα κατάστημα καλλυντικών και ταξίδευα συχνά στην Κίνα για να εισάγω προϊόντα, έτσι έμαθα τη γλώσσα γιατί διαπίστωσα ότι βοηθούσε πολύ». Βέβαια, δεν είναι καθόλου συνηθισμένος καταστηματάρχης: «Έχω πτυχίο στις τηλεπικοινωνίες και σπούδαζα οικονομικά, αλλά δεν πρόλαβα να τελειώσω».

Αφού δούλεψε αρκετούς μήνες ως εθελοντής μεταφραστής σε διάφορα κέντρα διαμονής στην Αττική, βρήκε κανονική δουλειά σε μια ΜΚΟ, αναμένοντας να μετεγκατασταθεί. «Η διαδικασία παίρνει αρκετό χρόνο και νιώθω ότι έχω βάλει τα όνειρά μου στην αναμονή», λέει. «Ξέρω ότι πηγαίνω σε μια πανέμορφη χώρα με καλούς ανθρώπους. Έχω πολλά προσόντα και θα ήθελα να αρχίσω να εργάζομαι το συντομότερο δυνατό. Θα ήθελα πολύ να δουλέψω ως μεταφραστής, έχω πια μεγάλη επαγγελματική εμπειρία και βαθιά γνώση του προσφυγικού ζητήματος. Ειλικρινά, αν είχα την ευκαιρία να δουλέψω για έναν οργανισμό όπως ο ΔΟΜ, θα ήταν εξαιρετική αρχή για μένα!» λέει χαμογελώντας πλατιά.

 

 

 

 

 

Ράμα, 12 ετών 
 

“Θέλω να μάθω τα πάντα! Ανάγνωση, γραφή, ζωγραφική, όλα!” λέει η 12χρονη Ράμα από τη Συρία, που μένει πλέον με την οικογένειά της στο Κέντρο Φιλοξενίας Προσφύγων στα Τρίκαλα.

Η απόφαση να φύγουν από το Χαλέπι ήταν πολύ δύσκολη για τη μητέρα της, τη Φατίμα. “Υποσχέθηκα στα παιδιά μου ότι θα έχουν ένα καλύτερο μέλλον και ότι θα μπορέσουν να πάνε και πάλι στο σχολείο στην Ευρώπη”, λέει.

Η Σούντος, η 9χρονη κόρη της, εμφανώς ανυπόμονη και ενθουσιασμένη μπαίνει στην κουβέντα μας: “Θέλω να μάθω πολλές γλώσσες! Είμαι τόσο χαρούμενη που θα πάω στο σχολείο και θα παίζω με τους Έλληνες φίλους μου”.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Φουάντ, ο Μοχάμεντ και ο Χάμζα από τη Συρία

 

Είναι το τελευταίο γκρουπ Σύρων προσφύγων που πρόκειται να ταξιδέψουν από την Ελλάδα για το 2016, στα πλαίσια του προγράμματος μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προορισμός: Νορβηγία. Ανάμεσα στα 33 άτομα που παρακολουθούν τη συνεδρία πολιτισμικού προσανατολισμού στα γραφεία του ΔΟΜ στην Αθήνα, ο Φουάντ και ο Μοχάμεντ μοιάζουν ιδιαίτερα ευδιάθετοι και συνεχώς αστειεύονται με τον κρύο νορβηγικό χειμώνα που τους περιμένει, προκαλώντας το γέλιο όλων.

Ο  ηλεκτρολόγος Φουάντ έφτασε στη Λέσβο από το Χαλέπι πριν από εννιά μήνες, αφού πέρασε έξι μήνες στην Τουρκία. Σε ένα κέντρο υποδοχής έξω από τη Θεσσαλονίκη γνώρισε τον κεραμοποιό Μοχάμεντ από την Ντέιρ Εζ-Ζορ, που βρίσκεται στην Ελλάδα περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα, συνοδεύοντας τον 8χρονο ανιψιό του, τον Χάμζα. Οι δύο νέοι άντρες έγιναν καλοί φίλοι και η τύχη τα έφερε να συνεχίσουν παρέα το ταξίδι τους προς μια νέα ζωή στη Νορβηγία.

«Είμαι πολύ χαρούμενος που φεύγουμε, τουλάχιστον θα ξεκουραστούμε επιτέλους, θα νιώσουμε λίγο καλύτερα», λέει ο Φουάντ. Και για τους δύο, βασική προτεραιότητα είναι να μάθουν τη γλώσσα και να εργαστούν το συντομότερο δυνατό. «Θα ήθελα επίσης να σπουδάσω», λέει ο Μοχάμεντ ενώ ο Φουάντ κουνάει το κεφάλι του σαν να συμφωνεί. Ο μικρός Χάμζα, που παίζει δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τρέχει στην αγκαλιά του Μοχάμεντ. Ορφανός από πατέρα, έκανε το επικίνδυνο ταξίδι με το θείο του. Σήμερα, ελπίζουν να καταφέρουν να φέρουν τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Νορβηγία. Πώς νιώθει ο Χάμζα για το επικείμενο ταξίδι; «Δεν θέλω να πάω στη Νορβηγία, αλλά θα πάω, θα έχει πολύ χιόνι».

Ο Φουάντ μάς αποχαιρετά λέγοντας χαρούμενα: «να μας φέρετε σε επαφή με τους συναδέλφους σας στη Νορβηγία, ώστε να έχουμε ήδη φίλους εκεί να μας περιμένουν»!

 

 

 

 

Χαϊφάτ, Σάρα & Μοχάμεντ

 

Η Χαϊφάτ περπατάει πάνω κάνω ανήσυχα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα παράθυρα του διοικητηρίου του κέντρου υποδοχής των Τρικάλων. Σε λίγες ώρες τα δύο από τα τρία της παιδιά, η Σάρα και ο Μοχάμεντ, 10 και 9 χρονών αντίστοιχα, θα ξαναπάνε στο σχολείο για πρώτη φορά μετά από χρόνια και το προσωπικό του ΔΟΜ Ελλάδας βρίσκεται εκεί για να καταγράψει τους νέους μαθητές και να μοιράσει τον απαραίτητο σχολικό εξοπλισμό.

«Χαίρομαι πάρα πολύ για τα παιδιά μου καθώς θεωρώ ότι η εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα σημαντική», λέει η Χαϊφάτ. «Πάνε δέκα μήνες που ήρθαμε στην Ελλάδα και στο μεταξύ, προσπαθώ να διδάσκω στα παιδιά ό,τι μπορώ από μόνη μου και επίσης, προσπαθώ να βελτιώσω τα αγγλικά μου».

Η Χαϊφάτ διέφυγε από το Χαλέπι μαζί με το σύζυγο και τα τρία της παιδιά έναν χρόνο πριν. Η οικογένεια έφτασε στη Λέσβο και από εκεί μετακινήθηκαν σε διάφορα κέντρα υποδοχής ανά την επικράτεια μέχρι να εγκατασταθούν εντέλει εδώ, 4 μήνες πριν. «Οι άνθρωποι είναι καλοί στα Τρίκαλα, έχουμε κάνει φίλους. Ωστόσο, πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο για την οικογένειά μου να μετακομίσουμε στην Ολλανδία ή τη Νορβηγία, όπου έχουμε ήδη συγγενείς».

Η Σάρα και ο Μοχάμεντ τριγυρίζουν τη μητέρα τους καθώς περιμένουν να παραλάβουν τις χρωματιστές τους τσάντες. «Πήγα στο σχολείο στη Συρία για έναν χρόνο περίπου», λέει η Σάρα. «Μου αρέσει πολύ που θα ξεκινήσω πάλι, θα ήθελα να μάθω αγγλικά, όλες τις γλώσσες του κόσμου! Επίσης, θα ήθελα να ζωγραφίζω και να κάνω καινούργιους φίλους». Ο Μοχάμεντ είναι κάπως πιο συγκρατημένος: «Θέλω πολύ να ξεκινήσω το σχολείο αύριο αλλά θέλω να δω πώς θα είναι πριν να πω κάτι, δεν ξέρω αν θα μου αρέσει ή όχι. Μου λείπει η αίθουσα αλλά αυτό που πραγματικά θέλω είναι να παίξω ποδόσφαιρο».

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

Ο Ζαχίντ από το Πακιστάν

 

Όταν ο Ζαχίντ ξεκίνησε από την πατρίδα του, το Πακιστάν, κυνηγούσε το όνειρο μιας καλύτερης ζωής στην Ευρώπη. Μετά από μια μεγάλη και επικίνδυνη διαδρομή που έκανε κατά βάση με τα πόδια και περιστασιακά με κάποιο όχημα, ο Ζαχίντ έφτασε στη Λέσβο. 12 μέρες αργότερα βρέθηκε στην Κρήτη, κάνοντας αγροτικές εργασίες.

«Ήταν δύσκολα τα πράγματα, πότε είχα δουλειά και πότε όχι», λέει, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα. Στα 24 του, ο νεαρός άντρας βρέθηκε παγιδευμένος στην Ελλάδα, χωρίς έσοδα και χωρίς επιλογές. Ήταν τότε που έμαθε – μέσω ενός γνωστού του – για τα προγράμματα Εθελοντικής Επιστροφής και Επανένταξης, μια από τις σημαντικότερες δραστηριότητες του ΔΟΜ. «Το προσωπικό ήταν πολύ εξυπηρετικό και ευγενικό. Χάρη στο πρόγραμμα επανένταξης, θα μπορέσω να ανοίξω ένα μικρό μπακάλικο μαζί με τα αδέρφια μου».

Το γραφείο του ΔΟΜ στην Ελλάδα από το 2010 έχει βοηθήσει περισσότερους από 30.000 υπηκόους τρίτων χωρών να επιστρέψουν στην πατρίδα τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Παράλληλα, έχει στηρίξει πάνω από 3.200 επιστρέφοντες να υλοποιήσουν εξατομικευμένα σχέδια επανένταξης και να δημιουργήσουν συνθήκες βιωσιμότητας για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

Τζουάν, 12 ετών

             

“Έπαιξα ντραμς σήμερα με τους μουσικούς και τραγούδησα δύο τραγούδια! Μου άρεσαν περισσότερο αυτοί που έπαιζαν τρομπέτα. Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω κι εγώ μουσικός, να γίνω μαέστρος!”, λέει ο 12χρονος Τζουάν από τη Συρία κουνώντας τα χέρια του όπως ο μαέστρος μπροστά από την ορχήστρα του.

“Πηγαίνω στο ελληνικό σχολείο και μου αρέσει πολύ. Σήμερα παίξαμε μουσική και ήταν πολύ ωραία”, μας λέει με χαρά. Τον συναντήσαμε στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων Λαυρίου την ημέρα που η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και οι μουσικοί της διοργάνωσαν ένα μουσικό εργαστήρι για να γνωρίσουν τα παιδιά τα μουσικά όργανα και τα μουσικά είδη.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σακίλ, 34 και Μαζάρ, 26, από το Πακιστάν     

 

Ο Σακίλ και ο Μαζάρ, δύο νεαροί άντρες από το Πακιστάν, άφησαν τη χώρα τους έναν χρόνο πριν με την ελπίδα να εργαστούν στην Ευρώπη ώστε να βοηθήσουν τις οικογένειές τους.

«Πήρα το πλοίο από το Καράτσι για το Ιράν και ύστερα περπάτησα μέχρι την Τεχεράνη. Από εκεί, έφτασα στην Τουρκία, κυρίως περπατώντας. Μου πήρε 17 μέρες να φτάσω στην Κω, στην Ελλάδα. Μου φάνηκαν ατέλειωτες», εξηγεί ο Μαζάρ, που άφησε στο Πακιστάν την 4χρονη κορούλα του.

Το ταξίδι του Σακίλ από τη Λαχόρη δεν διέφερε και πολύ. «Χάρηκα όταν έφτασα στην Ελλάδα αλλά στάθηκε αδύνατο να βρω δουλειά, όσο κι αν προσπάθησα», λέει. Ο Μαζάρ ήταν πιο τυχερός, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. «Βρήκα δουλειά στη Σκάλα Λακωνίας, αγροτικές εργασίες, αλλά δεν πληρώθηκα ποτέ για τον κόπο μου. Κατέληξα στην Αθήνα όπου έμενα τρεις μήνες στους δρόμους, άστεγος». Οι δύο άντρες, χωρίς δουλειά και στέγη, άρχισαν να απελπίζονται καθώς ένιωθαν παγιδευμένοι στην Ελλάδα, χωρίς κανέναν τρόπο να γυρίσουν στην πατρίδα τους. Μέχρι που έμαθαν από κάποιους συμπατριώτες τους για το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων Μέτρων Επανένταξης» του ΔΟΜ.

Ο Σακίλ χτυπάει το στήθος του στο μέρος της καρδιάς καθώς λέει με ενθουσιασμό: «χαίρομαι τόσο πολύ που γυρίζω πίσω, δεν μπορώ να περιμένω! Χάρη στη βοήθεια του ΔΟΜ, όχι μόνο θα μπορέσω να ξαναδώ το γιο μου, στο Πακιστάν, αλλά θα λάβω και ένα χρηματικό βοήθημα ώστε να φτιάξω μια μικρή φάρμα». Ο Σακίλ και ο Μαζάρ είναι επωφελούμενοι των μέτρων επανένταξης, βοήθεια που διαμορφώνεται με βάση τις προσωπικές ανάγκες των επωφελούμενων. «Χάρη στο πρόγραμμα επανένταξης θα μπορέσω να αγοράσω δύο αγελάδες μαζί με τον αδερφό μου», λέει ο Μαζάρ. «Επίσης, ελπίζω να ξαναβρώ δουλειά ως καραβομαραγκός, που ήταν η τέχνη μου πριν να έρθω στην Ευρώπη».

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

 

 

Αμίρ, Αχμάντ & Ραντ

 

Εδώ και έναν μήνα, η 28χρονη Αμίρ από το τη Συρία έμαθε ότι η οικογένειά της επιλέχθηκε για μετεγκατάσταση στη Γερμανία. 

Η Αμίρ άφησε την πατρίδα της, το Χαλέπι, μαζί με το σύζυγό της, τον Αχμάντ και την τετράχρονη κόρη τους, Ραντ, για να γλιτώσουν από τον πόλεμο – η μητέρα της είναι ακόμα παγιδευμένη εκεί. Στις 13 Μαρτίου 2016 η οικογένεια έφτασε στη Χίο με μια πλαστική βάρκα και σύντομα βρέθηκε στα Διαβατά ελπίζοντας να ανοίξουν τα σύνορα. Αφού έκαναν αίτηση για άσυλο, μετακόμισαν σε διαμέρισμα και μπήκαν στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται από τον ΔΟΜ. Κατά τη διάρκεια των τυπικών ιατρικών εξετάσεων εντοπίστηκε ότι ο Αχμάντ πάσχει από βαρύ καρδιακό νόσημα. Ο Άχμαντ, μαραγκός στο επάγγελμα, παραπονιόταν για πόνους στο στήθος από τότε που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη αλλά στο νοσοκομείο που επισκέφτηκε του είπαν ότι η κατάστασή του δεν ενέπνεε ανησυχία. Η Αμίρ πιστεύει ότι ο πόλεμος και οι ταλαιπωρίες του ταξιδιού προκάλεσαν το καρδιακό πρόβλημα του 31χρονου συζύγου της.

Σήμερα, προτεραιότητα της Αμίρ είναι η καρδιοχειρουργική επέμβαση που θα γίνει στο σύζυγό της: «στο νοσοκομείο στην Αθήνα μάς πρότειναν να χειρουργηθεί εδώ αλλά αποφασίσαμε να γίνει η επέμβαση στη Γερμανία, αφού έτσι κι αλλιώς θα μετακομίσουμε εκεί». Η Γερμανία είναι η γη της επαγγελίας για χιλιάδες Σύρους πρόσφυγες, ωστόσο η Αμίρ δεν τους συμμερίζεται: «για να είμαι ειλικρινής, θα προτιμούσα να πάμε στη Σουηδία ώστε να συνεχίζω τις σπουδές μου στη βιολογία». Δεν γνωρίζει ακόμα σε ποια πόλη η οικογένειά της θα βάλει τα θεμέλια για τη νέα της ζωή: «θα το μάθουμε σήμερα, στη συνεδρία πολιτισμικού προσανατολισμού του ΔΟΜ. Το μόνο που θέλω είναι να φτάσουμε, να αποκατασταθεί η υγεία του συζύγου μου, να μάθω τη γλώσσα και να βρω δουλειά». Η Αμίρ δεν σπατάλησε το χρόνο της στην Ελλάδα: έκανε μαθήματα ελληνικών (ήδη μιλάει άπταιστα αγγλικά) και συνεργάστηκε, μάλιστα, με το περιοδικό Time σε ρεπορτάζ για την Ελλάδα: «παρείχα υπηρεσίες μετάφρασης αλλά σιγά-σιγά ανέλαβα και άλλες αρμοδιότητες. Μου άρεσε πολύ αυτή η εμπειρία κι ελπίζω να συμβάλει ώστε να βρω δουλειά στη Γερμανία».

 

 

 

 

 

 

Μαρί, 10 ετών

 

“Αγαπάω όλους τους δασκάλους μου, όλους τους φίλους μου στην Ελλάδα! Στο σχολείο μαθαίνουμε Ελληνικά, Αγγλικά, μαθηματικά και όταν βγαίνουμε για διάλειμμα παίζουμε μπάλα”, μας λέει η 10χρονη Μαρί από την Παλαιστίνη. “Μου αρέσει πάρα πολύ και η μουσική. Τo αγαπημένο μου μουσικό όργανο είναι η κιθάρα”.

Εδώ και μερικούς μήνες η Μαρί μένει με την οικογένειά της στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων Λαυρίου και πρόσφατα ξεκίνησε να πηγαίνει καθημερινά στο Δημοτικό σχολείο και να παρακολουθεί μαθήματα. 

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

Αχμέντ Γιακούμπ

 

Ο Αχμέντ Γιακούμπ από τη Συρία μένει 13 μήνες πια στο Λουξεμβούργο μαζί με την οικογένειά του. Το διαμέρισμά τους – το δεύτερο στη σειρά, μετά από σύντομη διαμονή σε κέντρο υποδοχής – βρίσκεται σε ένα όμορφο προάστιο, το Beaufort, όχι μακριά από το δάσος.

Στις 15 Νοεμβρίου 2015, μαζί με την πρώτη ομάδα του προγράμματος μετεγκατάστασης, ξεκίνησαν από την Ελλάδα για Λουξεμβούργο. Ήταν από τις πρώτες οικογένειες που επωφελήθηκαν από το πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υλοποιείται σε συνεργασία με το ΔΟΜ. Από την Αθήνα η πενταμελής οικογένεια πέταξε για Βρυξέλλες και από εκεί με λεωφορείο έφτασαν στο Λουξεμβούργο. Προσωπικό του ΔΟΜ τους συνόδευσε στο ταξίδι τους και από τότε η επαφή με τον Οργανισμό συνεχίζεται, είτε τηλεφωνικά είτε μέσω διαδικτύου. Εξάλλου, η επικοινωνία με ανθρώπους στην Ελλάδα είναι εύκολη: ο Αχμέντ έμενε δέκα χρόνια στην Ελλάδα, όπου δούλευε σε βιοτεχνία ενδυμάτων πριν γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Στην Ελλάδα γύρισε ξανά, αυτή τη φορά για να σώσει την οικογένειά του από τον πόλεμο. Στην Ελλάδα γεννήθηκε και ο γιος τους, ο Μοχάμεντ. Μιλάει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και αγαπά τα ελληνικά λαϊκά τραγούδια.

Ένα χρόνο μετά, στελέχη του ΔΟΜ συνάντησαν και πάλι τον Αχμέντ, τη σύζυγό του Αμίνα και τα τρία παιδιά τους. Είναι πολύ ευχαριστημένοι από τη ζωή τους στο Λουξεμβούργο, ιδίως με τις παροχές στην υγεία και την εκπαίδευση: τα παιδιά γράφτηκαν αμέσως στο σχολείο και ήδη μιλούν λουξεμβουργιανά, γαλλικά και γερμανικά. Όσο για τους γονείς, προς το παρόν μαθαίνουν καλά τα γαλλικά ώστε να μπορέσουν το συντομότερο να εργαστούν. Είναι όλοι πολύ χαρούμενοι και ικανοποιημένοι και πλέον έχουν το  δικαίωμα να καταθέσουν αίτημα μεταφοράς της μητέρας της Αμίνα από τη Συρία στο Λουξεμβούργο.

Το φιλόξενο σπίτι τους είναι πάντα ανοιχτό στους ανθρώπους της ελληνικής αποστολής του ΔΟΜ. Εξάλλου, ο Αχμέντ θέλει να εξασκεί τα ελληνικά του και να έρθει ξανά στην Ελλάδα στην πρώτη ευκαιρία.

 

 

 

Χάμζα, 10 ετών

 

Ο Χάμζα είναι 10 ετών και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι και το σχολείο του στο Ντέιρ αλ-Ζορ της Συρίας. Σήμερα μένει με την οικογένειά του σε ένα από τα Ανοιχτά Κέντρα Φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα.

“Έπρεπε να σταματήσω το σχολείο πέρυσι, αλλά τώρα ξεκίνησα πάλι. Ελπίζω να μπορέσω να γίνω πιλότος μια μέρα. Μιλάω Αγγλικά αλλά πρέπει να διαβάζω περισσότερο,” λέει ο Χάμζα. Παρακολουθεί μαθήματα στο Δημοτικό σχολείο στην Ελλάδα και λέει με χαμόγελο ότι “το σχολείο είναι πάντα ωραίο!”.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

Adbalsalam Yassouf, κέντρο φιλοξενίας στις Θερμοπύλες, Ελλάδα

 

"Θέλω να τρέφομαι από αυτά που καλλιεργώ. Θέλω να βοηθήσω τους άλλους και όχι να ζητήσω βοήθεια. Έχω μάθει στη ζωή μου και στο χωριό μου να τα κάνω όλα μόνος μου. Αλλά με τον πολέμο έκλεψαν τα πάντα από μένα. Συνήθιζα να τα έχω όλα: κτίρια, χρήματα κ.λπ., αλλά κατά τη διάρκεια του πολέμου χάσαμε τα πάντα. Οι άνθρωποι σκοτωνόντουσαν δίπλα μας, τα κτίρια καταρρέαν. Είμαι άρρωστος, αλλά συνεχίζω να προσπαθώ με τις καλλιέργειες αυτές να παράγω κάτι και να βοηθήσω άλλους ανθρώπους. Προτιμούμε να βλέπουμε τα κηπευτικά μας να βγάζουν καρπούς. Για μένα και την οικογένεια μου ένα κρεμμύδι και ένα κομμάτι ψωμί είναι αρκετά, αρκεί να προέρχονται από τη δική μου καλλιέργεια.

Θα συνεχίσω να προχωράω, καθώς η ζωή συνεχίζεται και χρειάζομαι να αισθάνομαι ότι με αυτούς τους τομείς κάνω κάτι σημαντικό. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά ο Θεός πάντα μας βοηθάει και είμαστε καλά ... Πρέπει να ζούμε με αξιοπρέπεια ... Είμαστε ευγνώμονες σε σας και τον ΔΟΜ, γιατί να μας βοηθάτε, βοηθάτε τους ανθρώπους εδώ στο κέντρο φιλοξενίας. Δόξα τω Θεώ και σας ευχαριστώ για τα πάντα ... "

Ως απάντηση στη μεταναστευτική και προσφυγική κρίση της ΕΕ και προκειμένου να αντιμετωπιστεί η επιδείνωση της κατάστασης της έκτακτης ανάγκης στην Ελλάδα, ο ΔΟΜ Ελλάδας υλοποιεί το έργο “Emergency Support to Assist Most Vulnerable Migrants Stranded In Greece”, που χρηματοδοτείται από τη Γενική Διεύθυνση "Μετανάστευση και Εσωτερικές υποθέσεις" της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Άσυλο, τη Μετανάστευση και το Ταμείο Ένταξης έκτακτης βοήθειας (AMIF). Το έργο απευθύνεται σε ευάλωτους μετανάστες και πρόσφυγες στην Ελλάδα. Περισσότερες πληροφορίες: https://greece.iom.int/en/emergency-operations-unit

 

 

 

 

Αμάλ, 11 & Άσαντ, 12 ετών

 

Βρίσκεται μόλις εννέα μήνες στην Ελλάδα και μιλάει ήδη πολύ καλά ελληνικά ο 12χρονος Άσαντ από το Ιντλίμπ της Συρίας. “Θέλω να γίνω και γιατρός και ποδοσφαιριστής”, μας λέει. Δίπλα του η 11χρονη αδελφή του Αμάλ, που, αν και φοβάται πολύ τις ενέσεις, θα ήθελε να γίνει γιατρός. Τα δύο παιδιά μένουν στο Κέντρο Φιλοξενίας των Θερμοπυλών μαζί τους γονείς και τα τρία αδέλφια τους και ανυπομονούν να πάνε πάλι στο σχολείο.

“Θέλω να μάθω Ελληνικά, Μαθηματικά και Αγγλικά. Θα είμαι με τους φίλους μου στην τάξη, τον Μοχάμεντ, το Σάμερ και τον Ματζίντ”, λέει ο Άσαντ. “Κι εγώ το ίδιο! Θα καθίσω δίπλα στην Σεϊμά”, συμπληρώνει η Αμάλ. Η μητέρα τους, μοιράζεται μαζί μας τη χαρά της που τα παιδιά κάθονται και πάλι στα σχολικά θρανία.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια. Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

Jameel Muhammad, 35 ετών, διένυσε 5854 χιλιόμετρα

 

"Κατάγομαι από το Κασμίρ, στο Πακιστάν. Το 2001-2002 με την κρίση μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας οι βόμβες και οι εκρήξεις ήταν η καθημερινότητά μας. Το 2002 η κατάσταση επιδεινώθηκε με τις βόμβες να σκάνε δίπλα μας, και έτσι αποφάσισα να φύγω από το Κασμίρ και να πάω σε ένα γειτονικό χωριό για να σωθώ.

Έπειτα από τη λήξη της κρίσης, η οικονομία του Κασμίρ δεν επανήλθε γρήγορα· χρειάστηκε χρόνο, τον οποίο όμως εγώ δεν είχα. Προέρχομαι από μία ενδεκαμελή οικογένεια και οι ανάγκες μας ήταν αυξημένες. Είμαι ο μικρότερος από τα άλλα οκτώ, ήδη παντρεμένα, αδέλφια μου και έπρεπε να υποστηρίξω τους γονείς μου. Το 2006 οι γονείς μου κανόνισαν το γάμο μου, παντρεύτηκα τη γυναίκα μου, και τον Ιούλιο του επόμενου έτους έφυγα για την Ευρώπη.

Έφυγα και είχα μαζί μου ένα σακίδιο πλάτης με λίγα ρούχα, ένα μπουκάλι νερό και λίγα τρόφιμα. Όλα αυτά για μια καινούργια ζωή στην Ευρώπη. Ξεκινήσαμε τον Ιούλιο και διασχίσαμε το Πακιστάν με φορτηγά και λεωφορεία. Ήμασταν περίπου 40 με 50 άτομα από διάφορες χώρες. Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, μεταξύ άλλων. Στο Ιράν ανεβαίναμε από τα βουνά ώστε να μην γίνουμε αντιληπτοί από την Αστυνομία. Την ημέρα κρυβόμασταν και μόλις έδυε ο ήλιος ξεκινούσαμε το ταξίδι μας με τα πόδια. Τα βράδια έκανε πάρα πολύ κρύο στα βουνά. Θυμάμαι φορούσα ένα χοντρό μπουφάν, δύο μπλούζες, δύο παντελόνια και διπλές κάλτσες. Ξαπλώναμε ο ένας δίπλα στον άλλον για να ζεσταθούμε. Πέθαινες από το κρύο!

Ο δρόμος ήταν πολύ δύσκολος και είχαμε πολύ λίγο φαγητό. Οι διακινητές μας έδιναν ελάχιστο φαγητό και εάν δεν είχα μαζί μου λίγα τρόφιμα δεν θα είχα επιζήσει. Ένιωθα το στομάχι μου συνεχώς άδειο. Περπατούσαμε για 15 ημέρες από το Πακιστάν στο Ιράν. Διασχίσαμε το Ιράν κυρίως με τα πόδια. Ήταν πολύ επίπονο και αποθαρρυντικό για τη συνέχιση του ταξιδιού. Φτάσαμε στην Τουρκία και εκεί οι διακινητές μας μετέφεραν ανά πέντε με αμάξια, ώστε να μην μας καταλάβουν. Μείναμε σε ένα σπίτι όλοι μαζί, 40-50 άτομα και έπειτα με φορτηγό στοιβαχτήκαμε και μας μετέφεραν στην Ελλάδα μετά από 15 ημέρες.

Στην Ελλάδα, η ζωή μου τον πρώτο χρόνο δεν ήταν εύκολη. Δεν είχα φίλους, συγγενείς, δεν γνώριζα τη γλώσσα. Για ένα ολόκληρο έτος η καρδιά μου, μου έλεγε να γυρίσω πίσω στη γυναίκα μου, την οποία είχα αφήσει μόλις λίγους μήνες αφότου παντρευτήκαμε. Ήθελα να γυρίσω, να κάνουμε μία νέα αρχή, αλλά δεν τα κατάφερα.Εργάστηκα στην Κρήτη σε θερμοκήπια και σε διάφορες εργασίες στην Αθήνα. Το 2012 έκανα αίτηση ασύλου, το 2016 όμως απορρίφθηκε και πλέον επιστρέφω στην πατρίδα μου.

Χαίρομαι που θα γυρίσω στο Πακιστάν. Με τη βοήθεια του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης θα αγοράσω μία αγελάδα και κατσίκες και θα χτίσω ξανά το στάβλο μου. Θα ζήσω μόνιμα στο Πακιστάν μαζί με την γυναίκα μου. Θα ξεκινήσουμε σύντομα να μεγαλώνουμε την οικογένειά μας και θα φροντίσω τους ηλικιωμένους γονείς μου."

Το πρόγραμμα «Η εφαρμογή των Υποβοηθούμενων Εθελούσιων Επιστροφών συμπεριλαμβανομένων μέτρων Επανένταξης» (AVRR) συγχρηματοδοτείται 75% από Ευρωπαϊκούς Πόρους (Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης) και 25% από Εθνικούς Πόρους.

 

 

 

Ροχάμ, 7 ετών

 

“Μου αρέσει το σχολείο. Ευχαριστώ!”, μας λέει ο 7χρονος Ροχάμ από την Τεχεράνη, λίγο πριν φύγει με το λεωφορείο για το δημοτικό. “Όχι δεν κουράζομαι από τα μαθήματα. Μόλις γυρνάω από το σχολείο κάνω τις ασκήσεις για την επόμενη μέρα”, λέει ενθουσιασμένος. Τα ελληνικά είναι το αγαπημένο του μάθημα. “Ευχαριστώ!” είπε και πάλι με άψογη προφορά όταν τραβήξαμε τη φωτογραφία του στο Ανοιχτό Κέντρο Φιλοξενίας Προσφύγων.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ), χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών από τα Κέντρα Φιλοξενίας στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

Ο Ροχάμ είναι από τους επωφελούμενους του εκπαιδευτικού προγράμματος, μέρος του ευρύτερου σχεδίου “Multi-sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

Μερεβάις, 12 ετών

 

“Είμαι χαρούμενος που πάω σχολείο. Συμπαθώ πολύ τη δασκάλα μου. Μόνο που θα προτιμούσα να έχω πορτοκαλί τσάντα!”.  O Μερεβάις από την Καμπούλ του Αφγανιστάν είναι 12 ετών και βρίσκεται σε ανοιχτή δομή φιλοξενίας προσφύγων στην Αττική του τελευταίους 7 μήνες. Χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πηγαίνει και πάλι σχολείο, αυτή τη φορά στην Ελλάδα.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαμπανέν 7, ετών

 

“Οι καλύτερές μου φίλες ειναι η Σουρούρ, η Νιλουφάρ και η Σαχιμπά και πάμε μαζί στο δημοτικό. Με τη Σουρούρ καθόμαστε στο ίδιο θρανίο!”, μας λέει η 7χρονη Σαμπανέν από το Αφγανιστάν γεμάτη ενθουσιασμό λίγο πριν ξεκινήσει για το σχολείο. Η Σαμπανέν βρίσκεται εδώ και επτά μήνες στην Ανοιχτή Δομή Φιλοξενίας Προσφύγων στον Ελαιώνα Αττικής.

Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (ΔΟΜ) χάρη στη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διασφαλίζει τη μεταφορά των παιδιών προσφύγων και μεταναστών στα κοντινότερα σχολεία παρέχοντάς τους σχολικές τσάντες με τα απαραίτητα τετράδια, στυλό και μολύβια.

Το πρόγραμμα είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου με τίτλο “Multi–sectoral assistance to and protection of migrants and refugees stranded in Greece”.